Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Επιστροφή στην Κεντρική σελίδα

Σωτηριολογικά θέματα

Η σημασία του Αντιλύτρου || Ανάσταση του Χριστού, νέκρωση του Θανάτου || Ο Άδης και οι κακοδοξίες γύρω από αυτή την έννοια

Ανάσταση

το γεγονός και το θαύμα που ανακαινίζει τον κόσμο

Τού Χρήστου Χριστοδούλου

 

Πηγή: Από ομιλία που έκανε στις 21-4-2010 στο Πνευματικό κέντρο της ενορίας του.

 

Μέρος Α: Η Ανάσταση είναι πραγματικό γεγονός

Μέρος Β: Η Ανάσταση είναι το θαύμα που ανακαινίζει τον κόσμο

 

Μέρος Α:

Η Ανάσταση είναι πραγματικό γεγονός:

 

Ακολουθώντας την σκέψη του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, μπορούμε να αναφέρουμε τα παρακάτω γεγονότα, τα οποία συνηγορούν για την πραγματικότητα του γεγονότος της Αναστάσεως.

 

1. Οι άρχοντες των Ιουδαίων μη μπορώντας να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι την Τρίτη ημέρα από την ταφή του Ιησού, ο τάφος βρέθηκε κενός, πλήρωσαν τους στρατιώτες και διέδωσαν, ότι ενώ αυτοί εκοιμώντο, ήρθαν οι μαθητές του και έκλεψαν το σώμα. Εμμέσως παραδέχονται ότι ο τάφος βρέθηκε κενός.

 

2. Αλλά, ήταν δυνατή η κλοπή του σώματος; Μόνο το πρώτο βράδυ της ταφής, από Παρασκευή έως Σάββατο, ήταν δυνατή η κλοπή του σώματος. Τότε ο τάφος δεν ήταν σφραγισμένος και δεν φυλασσόταν. Δύο όμως γεγονότα αποκλείουν την κλοπή εκείνη την νύχτα:

α. Οι μαθητές ήταν κλεισμένοι στο Υπερώο του Μυστικού Δείπνου «δια τον φόβο των Ιουδαίων». Εφοβούντο και για τη δική τους ζωή.

β. Την ημέρα του Σαββάτου, που άρχιζε από την εσπέρα της Παρασκευής απαγορευόταν από το Μωσαϊκό Νόμο κάθε εργασία και μετακίνηση. Ότι το σώμα δεν είχε κλαπεί το πρώτο βράδυ αποδεικνύεται, από το ότι οι άρχοντες των Ιουδαίων ζήτησαν και πήραν άδεια από τον Πιλάτο να σφραγίσουν τον τάφο και να βάλουν φρουρά. Εάν διαπίστωναν ότι ο τάφος ήταν κενός δεν θα είχαν βάλει φρουρά.

3. Μετά από αυτό η κλοπή ήταν αδύνατη, διότι κάθε απόπειρα να αποσφραγισθεί ο τάφος θα απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια και περισσότερους από έναν άνδρες. Αυτό όμως, θα δημιουργούσε θόρυβο και θα γινόταν αντιληπτό από τους φρουρούς.

 

4. Εκτός από την αποσφράγιση του τάφου, για να κλαπεί το σώμα, χωρίς τα οθόνια και το σουδάριο, που τύλιγε το κεφάλι, απαιτούσε πολύ κόπο και χρόνο. Το σώμα ήταν αλειμμένο με κολλώδεις αρωματικές ουσίες. Για να ξετυλιχθεί όμως το σώμα χωρίς να γίνει αντιληπτό, ήταν δύσκολη δουλειά. Εξάλλου, τι να το κάνουν οι μαθητές ένα γυμνό σώμα; Αν ήθελαν να το κλέψουν, θα το έπαιρναν μαζί με τα οθόνια.

 

5. Εάν οι μαθητές είχαν αποφασίσει να κλέψουν το σώμα θα το ήξεραν οι μυροφόρες. Έτσι, δεν θα πήγαιναν να αγοράσουν αρώματα για να αλείψουν το σώμα του Ιησού, το πρωί «της μιας των Σαββάτων». Εάν εγνώριζαν την κλοπή του σώματος δεν θα υπήρχε λόγος να ξεκινήσουν «όρθρου βαθέως» για να πάνε στον τάφο.

 

6. Eάν οι μαθητές είχαν κλέψει το σώμα του Ιησού και διέδιδαν ότι αναστήθηκε, πώς θα μπορούσαν 11 άνθρωποι να διαδώσουν σε όλο τον κόσμο ένα τόσο μεγάλο ψέμα και να πεθάνουν γι' αυτό; Κάποιος δεν θα είχε αποκαλύψει το μυστικό;

 

7. Kατά τη διάρκεια των 40 ημερών μέχρι την Ανάληψη, ο Χριστός εμφανίστηκε 10 φορές στους μαθητές. Την τελευταία φορά εμφανίστηκε σε 500 άτομα στην Γαλιλαία.

 

8. Άλλη ένδειξη/απόδειξη της Αναστάσεως, είναι η μεταστροφή του φρονήματος των μαθητών (διότι από λαγοί αρχικά, έγιναν λέοντες μετά την Ανάσταση) και του Παύλου (από διώκτης έγινε ο μεγαλύτερος Απόστολος). Είναι αξιοθαύμαστο, πως οι 12 αγράμματοι και φοβισμένοι μαθητές, άοπλοι χωρίς οικονομικά και πολιτικά μέσα, διέδωσαν το ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο με μόνα όπλα: την πειθώ, την αγάπη και τα θαύματα που επιτελούσε ο Θεός δι’ αυτών. Πώς αντιμετώπισαν τόσα δικαστήρια, διωγμούς, εξορίες, βασανιστήρια και θάνατο;

 

9. Η παράδοση διασώζει ότι δύο από τους φρουρούς στρατιώτες, αρνήθηκαν να πάρουν χρήματα για να μαρτυρήσουν ψευδώς ότι δεν έγινε η Ανάσταση. Μαζί με τον εκατόνταρχο Λογγίνο (τον επικεφαλής της φρουράς που εσταύρωσε τον Χριστό), ο οποίος επίστευσε στην θεότητα του Χριστού, επέστρεψαν στην Καππαδοκία και εκήρυτταν τον Χριστό Εσταυρωμένο και Αναστάντα. Αυτό το γεγονός, το πληροφορήθηκε ο Πιλάτος και ζήτησε από τον Αυτοκράτορα με γράμμα να τιμωρηθούν. Πράγματι, με διαταγή του Τιβέριου, ο Λογγίνος και οι δύο στρατιώτες εκτελέστηκαν. . Στη συνέχεια, το κεφάλι του Λογγίνου εστάλη στον Πιλάτο προς επιβεβαίωση.

 

 

Μέρος Β:

Η Ανάσταση είναι το θαύμα που ανακαινίζει τον κόσμο

 

1. Η πτώση των πρωτοπλάστων και οι συνέπειές της

       Ο κόσμος και η ανθρωπότητα, μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων βρίσκεται σε «πεπτωκυία κατάσταση». Αυτή η κατάσταση, που αποκαλείται «αμαρτία» είναι ζυμωμένη πλέον με τον άνθρωπο και αποτελεί το στοιχείο φθοράς του παλαιού κόσμου. «Αμαρτία» στα αρχαία Ελληνικά σημαίνει «αστοχία». Είναι ακριβώς, η αστοχία του ανθρώπου να επιτύχει το σκοπό που ο Θεός έθεσε κατά τη Δημιουργία του. Ο Θεός δίνοντας πνευματικά χαρίσματα στον άνθρωπο με το «κατ’ εικόνα»[1] του έθεσε σαν σκοπό να επιτύχει το «καθ’ ομοίωσιν», πάντοτε κάνοντας υπακοή στο θείο θέλημα και αξιοποιώντας συγχρόνως τα χαρίσματά του. Ο άνθρωπος δυστυχώς απέτυχε να επιτύχει αυτό τον σκοπό διότι αμάρτησε (δηλαδή αστόχησε κατά την επιλογή του). Αντί να συνεχίσει τη ζωή του έχοντας ως κέντρο τον Θεό, κάνοντας συνεχώς το θέλημά του, έβαλε ως κέντρο της ζωής του τον εαυτό του. Αυτονομήθηκε από τον Θεό. Έτσι, η αμαρτία δεν είναι πλέον μια στιγμιαία παράβαση (μιας η περισσοτέρων εντολών), αλλά η κατάσταση ζωής και δράσεως μακράν του Θεού, ερήμην του Θεού. Ζωή χωρίς αναφορά στον Θεό.

 

       Η πράξη αυτή του ανθρώπου, αλλά και η εμμονή του σε αυτήν δηλαδή η αμετανοησία του, είχε πολύ αρνητικές συνέπειες. Έχασε τη χάρη του Θεού (αυτό σημαίνει το ότι εξορίστηκε από τον Παράδεισο) και επί πλέον αμαυρώθηκε το «κατ’ εικόνα». Σκοτίστηκε το μυαλό του, διεστράφησαν οι σχέσεις του με τη σύζυγό του και τους συνανθρώπους του. Έπαυσαν να είναι αγαπητικές και έγιναν ανταγωνιστικές. Η φύση έγινε εχθρική στα έργα του ανθρώπου. Βλαστάνει όπως λέει η Βίβλος «ακάνθας και τριβόλους». Το χειρότερο όμως είναι ότι μπήκε στη ζωή του το κακό, η φθορά και ο θάνατος. Η συναναστροφή του με τον Θεό διακόπηκε. Όσο ο άνθρωπος ήταν προστατευμένος από τη χάρη του Θεού, οι δαιμονικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να τον βλάψουν. Όταν όμως διέκοψε τη σχέση του με τον Θεό έγινε «άθυρμα» (παιχνιδάκι) στα χέρια τους. Έκτοτε τον ταλαιπωρούν αφάνταστα.

 

       Ο θάνατος δόθηκε στο ανθρώπινο γένος «ίνα μη το κακόν αθάνατο γένηται». Είναι μια ευεργεσία του Θεού στον άνθρωπο για να σταματήσει η προέλαση του κακού και η πιθανή αυτοκαταστροφή της ανθρωπότητας. Δεν παύει πάντως να είναι ένα τραγικό και

 

αφύσικο γεγονός. Ο σωματικός θάνατος, είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Αλλά ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο πνευματικός θάνατος. Ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό.

 

       Μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων ο κόσμος «κείται εν τη αμαρτία» δηλαδή πορεύεται σε λανθασμένη τροχιά. Κατατυραννείται από τις δαιμονικές δυνάμεις και είναι αδύνατο να ξεφύγει με τις δικές του δυνάμεις, από αυτή τη «δαιμονική αιχμαλωσία». Η άρση της καταστάσεως αυτής έκανε αναγκαία, την επέμβαση του Θεού.

 

 

2. Ο Χριστός «αίρει την αμαρτία του κόσμου»

Η έλευση του Χριστού στον κόσμο, δηλαδή η ενανθρώπιση του δεύτερου προσώπου της Αγίας Τριάδος αποτέλεσε την εισβολή του Θεού στον κόσμο, τη σωτήρια επέμβαση του Θεού στην Ιστορία. Ο Χριστός ερχόμενος στον κόσμο «ήρε την αμαρτία του κόσμου» Πολύ εύστοχα ο Ιωάννης ο Βαπτιστής όταν πρωτοείδε τον Χριστό, ανεφώνησε: «ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιωάν. Α′ 23) επιβεβαιώνοντας τον χαρακτηρισμό του προφ. Ησαΐου (Ησ. νγ´ 7).

 

Όλη η ζωή και η δράση του Χριστού είναι μια έμπρακτη διδασκαλία αγάπης, με αποκορύφωμα την Σταυρική Του θυσία. Αυτή όμως, δεν ήταν μόνο αυτό που φαινόταν: δηλαδή ένας άδικος και μαρτυρικός θάνατος ενός Αγίου, ενός αναμάρτητου ανθρώπου, αλλά και αυτό που δεν φαινόταν: Η άρση της αμαρτίας όλου του κόσμου, όλων των ανθρώπων, όλων των εποχών.

 

Ο θάνατος του Χριστού ήταν αδικαιολόγητος και αφύσικος. Διότι, ο Χριστός ως αναμάρτητος δεν όφειλε να πεθάνει. Παρόλα ταύτα ο θάνατός Του, ήταν απόλυτα εκούσιος. Ο Χριστός πέθανε μόνον όταν το θέλησε. Πέθανε για τρεις κυρίως λόγους (όσους ανθρωπίνως μπορούμε να καταλάβουμε):

 

α. Από άκρα ταπείνωση και αγάπη.

 

β. Για να νικήσει τον θάνατο με την Ανάστασή Του.

 

γ. Για να κατέβει στον Άδη και να κηρύξει στους προ αυτού θανόντας ανθρώπους. Όσοι απ’ αυτούς ήσαν καλοπροαίρετοι και δέχθηκαν το κήρυγμά του, τους πήρε με την Ανάστασή Του στον Παράδεισο. Ουσιαστικά κατέβηκε στον Άδη και τον λαφυραγώγησε όπως λέει ο ιερός υμνογράφος του Μεγ. Σαββάτου «εσκύλευσας τον Άδη, μη πειρασθείς υπ' αυτού».

 

 

3. Ο θάνατος του Χριστού και η θεία Δικαιοσύνη

       Στην λογικοκρατούμενη Δύση, προκειμένου να δώσουν μια «λογική» απάντηση» στο ερώτημα «Γιατί πέθανε η έπρεπε να πεθάνει, ο αναμάρτητος Χριστός» αναπτύχθηκε, η «θεωρία της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης», η οποία διατυπώθηκε υπό του Ανσέλμου, Επισκόπου Κανταουρίας. Κατ’ αυτήν όλη η ανθρωπότητα, με την αμαρτία της προσέβαλε τον Θεό και την θεία Δικαιοσύνη. Για την εξιλέωσή της χρειαζόταν μια θυσία ενός αναμάρτητου ανθρώπου, η οποία θα ικανοποιούσε την τρωθείσα Θεία Δικαιοσύνη[2]. Αναμάρτητος δεν υπήρχε άλλος εκτός από το Χριστό. Έτσι, τρόπον τινά ο Χριστός με το αίμα του εξιλέωσε την Θεία Δικαιοσύνη, δηλαδή Πλήρωσε το χρέος όλης της ανθρωπότητας.

 

       Η θεωρία αυτή φαίνεται λογική, αλλά είναι λανθασμένη και επικίνδυνη. Διότι, δημιουργεί μια σχέση δούναι-λαβείν μεταξύ Θεού και ανθρώπων και προετοιμάζει το έδαφος για τα συγχωροχάρτια. Άλλωστε, ο Θεός δεν έχει εγωισμό, δεν προσβάλλεται και δεν υπάρχει καμιά ανάγκη «ικανοποιήσεως της τρωθείσης υπό της αμαρτίας του ανθρώπου Θείας Δικαιοσύνης». Ο Θεός δεν έχει ανθρώπινα πάθη, είναι τελείως αυτάρκης και παντελώς ανενδεής. Δεν θέλει την τιμωρία του ανθρώπου, παιδαγωγεί προς καιρόν, αλλά δεν τιμωρεί. Θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Η αμαρτία του ανθρώπου είναι εκείνη, που ταλαιπωρεί τον ίδιο, με τις άσχημες συνέπειές της. Ο άνθρωπος αμαρτάνοντας αυτοκαταστρέφεται.

 

       Η Ορθόδοξη απάντηση στο ερώτημα: «γιατί έπρεπε να πεθάνει ο Χριστός» είναι ότι ο Χριστός με την σάρκωσή Του, προσέλαβε όλη την ανθρώπινη φύση, πλην της αμαρτίας, και την εθεράπευσε. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μίλησε πάνω σε αυτό το θέμα αλλά με αρνητικό τρόπο. Είπε: «Το απρόσληπτον και αθεράπευτον» άρα «η προσληφθείσα ανθρώπινη φύση εθεραπεύθη» υπό του Χριστού.

 

Τελευταίον θεράπευσε τον θάνατο, που ήταν συνέπεια της αμαρτίας. Έτσι, εισήλθε στον κόσμο η ζωή του Θεού, που μπορεί να γίνει και ζωή του κάθε ανθρώπου, εάν αυτός το θελήσει, οικειοποιούμενος τον τρόπο ζωής που δίδαξε ο Χριστός. Αυτό συνιστά την «εν Χριστώ σωτηρία», δηλαδή την ολοκλήρωση του ανθρώπου, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και κατά το πρότυπο του Χριστού.

 

 

4. Η νέα «εν Χριστώ ζωή», η «Χριστοζωή»

Έτσι, το πραγματικά νέο που μπήκε στον κόσμο με την Ανάσταση του Χριστού είναι η Χριστοζωή, η νέα ζωή κατά Θεόν με πρότυπο τον Χριστό. Αυτή η νέα ζωή επιτυγχάνεται μέσα στην Εκκλησία με τρεις τρόπους:

 

α. Με το Άγιο βάπτισμα, όπου κανείς εισέρχεται στην Κιβωτό της Σωτηρίας, την Εκκλησία και μαθαίνει να ζει «κατά Χριστόν»

 

β. Με την τήρηση των εντολών του Θεού και

 

γ. Με την διαρκή μετάνοια και την συμμετοχή του στην Θεία ευχαριστία. Έτσι παραμένει μέσα στην Εκκλησία, θεραπεύεται ψυχικά, καθαίρεται από τα πάθη του, κάνει πνευματική πρόοδο, φωτίζεται, αγιάζεται, χαριτώνεται και τελικά «θεούται»

 

    Κατά συνέπεια, μετά την Ανάσταση του Χριστού, μπορούμε να χαρούμε τη ζωή χωρίς τίποτε να την σκιάζει πλέον. Ο Απ. Παύλος λέει στην Β′ προς Κορινθίους: «Τα αρχαία παρήλθεν. Ιδού γέγονε καινά τα πάντα» (Β′ Κορινθίους Ε′ 17).

 

    Μπορούν όμως να έχουν αυτή την «ασκίαστη» χαρά οι μη συνειδητοί Χριστιανοί; Οι άλλοι, οι κατ’ όνομα Χριστιανοί, δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν το μεγάλο μυστήριο της Αναστάσεως και δεν έχουν λόγους να χαρούν μέσα στις τόσες θλίψεις της επίγειας ζωής. Μην βλέποντας άλλη προοπτική πέραν του κόσμου τούτου, και γνωρίζοντας ότι κάποια μέρα θα γεράσουν και θα πεθάνουν, ελεεινολογούν τον εαυτόν τους.

 

       Αντίθετα, το γεγονός της Αναστάσεως χαρίζει μια υπέροχη προοπτική αιώνιας και μακάριας ζωής κοντά στον Θεό. Ο «εν Χριστώ καινός άνθρωπος» μπορεί να βλέπει και αυτή την επίγεια ζωή με την προοπτική της αιωνιότητος. Έτσι, κάθε δυσάρεστο συμβάν σ’ αυτή τη ζωή, χάνει την αρνητική του αξία μπροστά στην προοπτική της Αναστάσιμης χαράς και της αιώνιας μακαριότητος.

 

 

5. Η Ανάσταση του Χριστού Θαύμα και Μυστήριο ταυτόχρονα

Η Ανάσταση του Χριστού είναι αναμφισβήτητα ένα μεγάλο θαύμα, ίσως το μεγαλύτερο του Θεού. Όμως είναι συγχρόνως και ένα μυστήριο, του οποίου η κατανόηση και πιο πολύ η προσοικείωση από τον άνθρωπο δεν είναι αυτόματη, ούτε και εύκολη. Είναι προς τούτο απαραίτητη η συνέργεια θείου και ανθρωπίνου παράγοντος. Συνέργεια της Θείας Χάριτος και της ανθρώπινης βουλήσεως. Όταν συμπέσουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις, τότε δημιουργείται ο «εν Χριστώ» καινός άνθρωπος, ο οποίος μπορεί να βλέπει τη ζωή του με την προοπτική της αιωνιότητος. Aυτός μπορεί να ζει από τώρα τα έσχατα. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να εργασθεί ο άνθρωπος πολύ στον εσωτερικό του κόσμο. Χρειάζεται «νήψη» (δηλαδή Επαγρύπνηση στην ψυχή του από μολυσμούς σαρκός και πνεύματος), άσκηση, κάθαρση παθών και Αγιοπνευματικός φωτισμός. Κυρίως είναι αναγκαία η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος (όπως πρότεινε ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ ως σκοπό της ζωής του Χριστιανού). Το Άγιο Πνεύμα πρέπει να «έλθει» και να «σκηνώσει» μέσα στην καρδιά του ανθρώπου να τον καθαρίσει, να τον αγιάσει, να τον φωτίσει και να τον χαριτώσει.

 

 

6. Το αναστημένο η «δοξασμένο» σώμα του Χριστού

       Ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του έφαγε μπροστά στους μαθητές του και ψηλαφήθηκε από το Θωμά. Είχε σώμα, που μπορούσε να φάει, αλλά δεν πέθαινε από την ασιτία, όπως πριν την Ανάστασή Του. Ανέστη εκ των νεκρών «εσφραγισμένου» του τάφου» και εισήλθε στο Υπερώον «των θυρών κεκλεισμένων». Αυτές τις ιδιότητες δεν τις είχε πριν την Ανάσταση.

 

       Ο Χριστός είναι κατά τον υμνογράφο ο «πρωτότοκος των νεκρών» δηλαδή Ο πρώτος Αναστάς της 8ης ημέρας της Δημιουργίας, ο πρώτος άνθρωπος στη Βασιλεία του Θεού. Όπως αναστήθηκε ο Χριστός θα αναστηθούν όλοι οι άνθρωποι στην κοινή Ανάσταση. Άλλοι «εις Ανάστασιν ζωής» και άλλοι «εις Ανάστασιν κρίσεως». Η ειδοποιός διαφορά στην Αναστημένη ζωή, θα εξαρτάται από το πως έζησαν οι άνθρωποι στην επίγεια ζωή τους. Κριτήριο θα είναι η αγάπη, που έδειξαν και στους ελάχιστους συνανθρώπους τους. Η παρουσία του Θεού θα είναι ορατή και αισθητή σε όλους. Σε άλλους όμως, η Παρουσία αυτή θα δίνει χαρά και θαλπωρή (παράδεισος) και για άλλους θα είναι έλεγχος (κόλαση).

 

       Κατά τον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, η Άνοιξη κατά την διάρκεια της οποίας εορτάζουμε το μέγα γεγονός της Αναστάσεως, αποτελεί προτύπωση της Ανοίξεως των ψυχών και των σωμάτων, στην άλλη ζωή, στο «έαρ του Παραδείσου». Οι άνθρωποι (και οι σεσωσμένοι) κατά την Ανάστασή τους, δεν θα έχουν ίση «δόξα» Ο άγιος Μακάριος σε ένα από τους πενήντα λόγους του αναφέρει: «Ταύτα γαρ πάντα τύποι και υποδείγματα και εικόνες της των σωζομένων εισίν, εν τη αναστάσει δόσεως», (βλέπε Φιλοκαλία τομ. Γ´ 195, ξα′) δηλ οι άνθρωποι μετά την Ανάσταση τους θα αποκτήσουν τόση δόξα, όση η μέθεξή τους, κατά την επίγεια ζωή τους, στο Άγιο Πνεύμα.

 

 

7. Τα πρώτα δώρα της Αναστάσεως: «Χαρά» και «Ειρήνη»

α. Χαρά

Δεν είναι συμπτωματικό ότι η πρώτη λέξη που βγαίνει από το στόμα του Κυρίου και απευθύνεται προς τις μυροφόρες είναι το «χαίρετε». Είναι η επιβράβευση της αγάπης και της αφοσιώσεως των γενναίων αυτών γυναικών, οι οποίες αψήφησαν κάθε κίνδυνο και κάθε ενδεχόμενη δυσάρεστη συνέπεια για την ζωή τους, προκειμένου να αποτίσουν τον έσχατο φόρο αγάπης και τιμής προς τον αγαπημένο τους διδάσκαλο.

 

Προηγουμένως, ο τόσο τρομακτικός, επαίσχυντος και παράλογος θάνατος του Θείου διδασκάλου, τους είχε συγκλονίσει. Στάθηκαν μέχρι τέλους δίπλα στον Σταυρό Του, μόνο επειδή Τον αγαπούσαν. Λόγω αυτής της αγάπης υπέφεραν μαζί Του. Τώρα κάνουν, όσα η αγάπη κάνει πάντοτε κατά τον τελευταίο χωρισμό.

 

Όμως αυτή η «παράλογη αγάπη» μαθαίνει πρώτη εκ του Αγγέλου «το φαιδρόν της Αναστάσεως κήρυγμα» Και ενώ έρχονται στον τάφο αναζητώντας με δάκρυα έναν νεκρό «προσεκύνησαν χαίρουσαι ζώντα Θεόν». Είδαν τον εσταυρωμένο Χριστό Αναστημένο και έγιναν ευαγγελίστριες των Αποστόλων.

 

Οι Μυροφόρες γυναίκες είναι οι πρώτες που άκουσαν από τον αναστάντα Κύριο το «χαίρετε», το οποίο στο εξής θα είναι η ουσία της Χριστιανικής δύναμης, το αναστάσιμο ήθος. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη για κλάμα. «Ο θάνατος κατεπόθη εις νίκος» (Α´ Κορινθίους Ιε´54). Ο θάνατος είναι τώρα προσωρινή κατάσταση. Η Ανάσταση αποτελεί πλέον τη υπέρβαση του θανάτου.

 

β. Ειρήνη

Στην πρώτη εμφάνιση στους μαθητές μετά την Ανάστασή Του, ο Κύριος απευθύνει τα λόγια «ειρήνη υμίν». Δεν πρόκειται μόνον για τον τυπικό χαιρετισμό των Εβραίων «Shalom» (που σημαίνει μέχρι σήμερα ειρήνη). Στο στόμα του Χριστού ο χαιρετισμός αυτός παίρνει άλλο περιεχόμενο. Παίρνει νέο Χριστιανικό νόημα.

 

          Άλλωστε πριν το Πάθος Του ο Κύριος είχε μιλήσει σχετικά στο ίδιο θέμα: «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν. Ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιωάν. Ιδ΄ 27). Άλλη η ειρήνη του κόσμου και άλλη η ειρήνη του Χριστού. Για τον κόσμο ειρήνη σημαίνει «μη πόλεμος», δηλαδή την προσωρινή δικοπή του πολέμου. Μια προσωρινή διακοπή, γιατί ο πόλεμος εκφράζει την συνηθισμένη κατάσταση της ανθρώπινης κοινωνίας. Καθολική ειρήνη, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Υφηλίου, δεν γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα στην Ιστορία. Για τους περισσοτέρους, ειρήνη σημαίνει απλώς προετοιμασία για πόλεμο και γι' αυτό κανείς από τους κοσμικούς ανθρώπους δεν πιστεύει σε μόνιμη και διαρκή ειρήνη.

 

    Όταν ο αρχαίος φιλόσοφος Ηράκλειτος έλεγε το «πόλεμος πάντων πατήρ», δεν εννοούσε μονο τις μεταξύ κρατών συγκρούσεις, αλλά μια μόνιμη κατάσταση πολέμου και έχθρας, που καταδυνάστευε διαρκώς μέσα στους αιώνες, όλη την ανθρωπότητα. Θα μπορούσαμε να πούμε εδώ, ότι αυτή η διαρκής εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ ατόμων, κοινωνιών και κρατών, εκφράζει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, την «πεπτωκυία» κατάσταση της ανθρωπότητας, μετά το «προπατορικό αμάρτημα».

 

    Ο Χριστός όμως, με τον αναστάσιμο χαιρετισμό του «ειρήνη υμίν», δίνει άλλη διάσταση στην έννοια της ειρήνης. Στέκεται ανάμεσα στους μαθητές του και δίνει την δική Του ειρήνη. Γίνεται ο ίδιος η ειρήνη, που τους ενώνει σε μια νέα κοινωνία ειρήνης. Γίνεται κατά τον Προφήτη Ησαΐα ο «Άρχων της ειρήνης» (Ησ. Θ΄6). Πώς συμβαίνει αυτό; Η απάντηση είναι ότι με την σάρκωσή Του ο Χριστός συνέδεσε και συμφιλίωσε την ανθρωπότητα με τον Θεό. Ο Χριστός προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, συνδέεται μέσω αυτής με όλους τους ανθρώπους. Συγχρόνως όμως συνδέει και ενώνει όλους τους ανθρώπους μεταξύ τους. Γιατί όλοι οι άνθρωποι συναντιόμαστε στην δική του «αναμάρτητη» ανθρώπινη φύση. Ο Χριστός όμως είναι συγχρόνως και Θεός. Έτσι συνδέει και τον Θεό με την ανθρωπότητα.

 

    Η ειρήνη που έφερε στον κόσμο ο Χριστός δεν είναι απλώς μια «συμφιλίωση λαών και ανθρώπων», αλλά κάτι αφάνταστα μεγαλύτερο από αυτό. Είναι μια ειρήνη (θα μπορούσαμε να πούμε) τρισδιάστατη:

 

α. Είναι πρώτα ειρήνη της ανθρωπότητας με τον Θεό, η κατακόρυφη διάσταση. Εκφράζει αυτό που λέει ο ιερός ψαλμωδός, ότι ο Χριστός επί του Σταυρού: «ήπλωσε τας παλάμας και ήνωσε τα το πριν διεστώτα», δηλαδή Επανασυνέδεσε τον Θεό με τον άνθρωπο. Έφερε την «καταλλαγή» (δηλαδή την συμφιλίωση) μεταξύ Θεού και ανθρωπότητος. Αυτή η καταλλαγή άνοιξε για την ανθρωπότητα την θύρα του «θείου ελέους»

 

β. Δεύτερον, η οριζόντια διάσταση είναι η ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους. Διότι, στο πρόσωπο του Χριστού, ενώνονται οι άνθρωποι με τον Θεό και μεταξύ τους. Όσοι άνθρωποι είναι ενωμένοι με τον Χριστό, μέσα στην Εκκλησία, ενώνονται και μεταξύ τους μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας.

 

γ. Υπάρχει όμως και μία τρίτη παράμετρος. Η παρουσία του Χριστού στην ζωή του ανθρώπου ειρηνεύει τον έσω άνθρωπο. Την επαναστατημένη του φύση. Ο άνθρωπος επανέρχεται από την «παρά φύση κατάσταση» της Αποστασίας από τον Θεό, στην «κατά φύση κατάσταση» της υπακοής στο θέλημα του Θεού, στην κατάσταση της χάρητος.

 

      Έτσι ο Χριστός γίνεται ο πραγματικός «Άρχων ειρήνης»: στο εσωτερικό του ανθρώπου, μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπων και Θεού. Και ενώ όπως τότε συνέβη με τους μαθητές Του, μετά την Ανάσταση, έτσι και πάντοτε μέσα στο σώμα Του, στην Εκκλησία, ο Χριστός στέκεται στο μέσον, ανάμεσά μας. Είναι το σταθερό και αμετακίνητο σημείο της πανανθρώπινης ενότητας, αλλά συγχρόνως, εγγύηση της αναστάσεώς μας και της θεώσεώς μας.

 

      Ο Αναστάς Χριστός είναι το κέντρο της ζωής και της Εκκλησίας. Συγχρόνως όμως είναι και ο χορηγός του Αγίου Πνεύματος, που διακρατεί σε ενότητα όλους τους πιστούς, τα μέλη της Εκκλησίας ενωμένους «εν τω συνδέσμω της ειρήνης».

 

 

8. Ο Χριστός και η άφεση των αμαρτιών

       Θα ήταν παράληψη να μην αναφέρουμε ότι ο Χριστός μετά την Ανάσταση, κατά την πρώτη Του εμφάνιση στους μαθητές Του, τους δίνει μια ιδιαίτερη ευλογία λέγοντας: «Λάβετε Πνεύμα άγιον. Αν τινών αφήτε τας αμαρτίας αφίενται αυτοίς∙ αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιωαν. Κ′ 22, 23). Με τα λόγια αυτά ο Κύριος δίνει το χάρισμα και το προνόμιο στους μαθητές του και δι’ αυτών σε όλους τους διαδόχους των, όλων των εποχών, «του δεσμείν και λύειν αμαρτίας» δηλαδή να συγχωρούν ή να μην συγχωρούν τις αμαρτίες των ανθρώπων. Όσες συγχωρούν αυτοί, η αποιοιδήποτε Ιερείς του Θεού έχουν κανονική χειροτονία, είναι συγχωρεμένες και από τον Θεό. Όσες δεν συγχωρέσουν, θα παραμείνουν για πάντα ασυγχώρητες.

 

Μέχρι τώρα είχαμε δει, ότι μόνο ο Χριστός συγχωρούσε αμαρτίες, πράγμα που σκανδάλιζε αφάνταστα τους Ιουδαίους, αυτούς βεβαίως που αμφισβητούσαν την Θεότητά Του. Τώρα ο Κύριος δίνει και στους μαθητές Του αυτό το χάρισμα. Τα λόγια Του αυτά «Αν τινών αφήτε τας αμαρτίας αφίενται αυτοίς∙ αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται», αποτελούν την σύσταση του Μυστηρίου της Μετανοίας και Εξομολογήσεως. Μας εισάγουν σε μια νέα εποχή σχέσεων Θεού και Ανθρώπου, σε εποχή χάρητος. Η αμαρτία πλέον δεν έχει μόνιμα διαχρονικά αρνητικά αποτελέσματα. Είναι διορθώσιμη. Την διορθώνει η συνεργασία Θεού και ανθρώπου. Η χάρη του Θεού από την μια πλευρά και η μετάνοια του ανθρώπου από την άλλη. Έτσι το αποτέλεσμα της αμαρτίας, το κακό, δεν διαιωνίζεται, αλλά σταματάει. Και ο πεσμένος, λόγω της αμαρτίας άνθρωπος, δεν παραμένει στην πτώση του. Μετανοεί, σηκώνεται, διορθώνεται, συγχωρείται, ανακαινίζεται, χαριτώνεται. Γίνεται «καινούργιος» με την χάρη του Θεού και συνεχίζει τη ζωή του μέσα στη Βασιλεία του Θεού. Χάρη σ’ αυτό το φιλάνθρωπο Μυστήριο, ληστές, δολοφόνοι, πόρνες, εγκληματίες κάθε είδους, έγιναν Άγιοι, μάρτυρες και Ομολογητές.

 

Η συγγνώμη αυτή που παρέχει ο Θεός, ιδίως για μεγάλες αμαρτίες και εγκλήματα, είναι ένα μυστήριο, που δεν μπορεί εύκολα ο εμπαθής και χωρίς «Θείο φωτισμό» άνθρωπος να καταλάβει. Καμιά αμαρτία δεν μπορεί να σταθεί μέσα στο πέλαγος της Αγάπης του Θεού. Χρειάζεται όμως, πολύ ταπείνωση και υπακοή στον Θεό, για να δεχθεί ο αμαρτωλός και εμπαθής άνθρωπος, ότι η απέραντη αγάπη του Θεού, μπορεί να εξαλείψει οποιαδήποτε αμαρτία.

 

Σε ποιές περιπτώσεις όμως οι αμαρτίες «κρατούνται» και δεν συγχωρούνται; Η απάντηση είναι, όταν ο πνευματικός διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει διάθεση μετανοίας. Στην περίπτωση που ο εξομολογούμενος δεν έχει την ωριμότητα να καταλάβει το βάθος της αμαρτίας του και την άσχημη λόγω της αμαρτίας- πνευματική του κατάσταση, τότε ο πνευματικός «οικονομεί» την περίπτωσή του και του δίνει χρόνο (καιρό μετανοίας), για να συνειδητοποιήσει τις συνέπειες της αμαρτίας του. Γι' αυτό συνήθως αναβάλλει την παροχή αφέσεως για ευθετότερο χρόνο.

 

Και ενώ όλες οι αμαρτίες των ανθρώπων εξαφανίζονται μέσα στο πέλαγος του θείου ελέους, υπάρχει μια αμαρτία, που κατά την μαρτυρία του ίδιου του Κυρίου, δεν θα συγχωρεθεί ποτέ: «δια τούτο λέγω υμίν, πάσα αμαρτία και βλασφημία αφεθήσεται τοις ανθρώποις, η δε του Πνεύματος βλασφημία, ουκ αφεθήσεται τοις ανθρώποις» (Ματθαίος Ιβ′ 31 και Παράβαλλε Πραξ. Ζ′ 51). Η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος, η οποία θα παραμείνει ασυγχώρητη, είναι το να αποδίδει κανείς από εσωτερική πώρωση, τις πασιφανείς ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, εις «το πονηρό πνεύμα». Η δυσφήμιση του Αγίου Πνεύματος (αυτό σημαίνει βλασφημία) προκαλείται από τέτοια κακία και πώρωση, ώστε να δημιουργεί αμετανοησία.

 

    Αντίθετα, η δυσφήμηση του Χριστού, που υπήρξε και άνθρωπος, μπορεί να προέλθει από κακή κατανόηση του έργου Του, η οποία κάτω από ορισμένες ιδιαίτερες συγκυρίες, μπορεί να ανατραπεί. Τότε είναι δυνατόν, ο συγκεκριμένος άνθρωπος να μετανοήσει και να σωθεί. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος υπήρξε διώκτης της Εκκλησίας, διότι δεν είχε γνωρίσει τον Χριστό και το έργο Του. Όταν τα εγνώρισε έγινε ο «Απόστολος των Εθνών», «ο πρώτος μετά το ένα».

 

 

9. Ο Προτεσταντισμός και η δυνατότητα «αφέσεως των αμαρτιών»

       Πρέπει να τονισθεί επίσης, ότι ο Προτεσταντικός κόσμος, επειδή απορρίπτει συλλήβδην την Ιερά Παράδοση, έχει απορρίψει και το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Και ενώ ισχυρίζονται ότι πιστεύουν μόνον ότι είναι γραμμένο (sola scripta), παρερμηνεύουν το σαφέστατο αυτό χωρίο «Λάβετε Πνεύμα άγιον. Αν τινών αφήτε τας αμαρτίας αφίενται αυτοίς∙ αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιωαν. Κ’ 22, 23). Έτσι στερούν από τους πιστούς τους μια εκπληκτική δυνατότητα ψυχικής ιάσεως και πνευματικής προόδου. Ο βαθύτερος λόγος αυτής της επιλογής, είναι ότι ίσως επεδίωξαν πνευματική απεξάρτιση από το Ιερατείο της Καθολικής Εκκλησίας, με το οποίο τους συνέδεε η ιερά εξομολόγηση.

 

    Βεβαίως, απορρίπτοντας συλλήβδην την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας, θα έπρεπε να απορρίψουν και την Αγία Γραφή (δηλαδή τα γραπτά κείμενα της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης) διότι και αυτά αποτελούν ένα μικρό μέρος της συνολικής Ιεράς Παραδόσεως. Άρα είναι ασυνεπείς με την επιλογή τους, διότι δέχονται μόνο το γραπτό τμήμα της Ιεράς Παραδόσεως, ενώ να απορρίπτουν όλη την υπόλοιπη Ιερά Παράδοση

 

    Τέλος επειδή οι Προτεστάντες, απορρίπτουν και την «μεταβολή» του Άρτου και του Οίνου της θείας ευχαριστίας, σε Σώμα και Αίμα Χριστού, στερούν από τους πιστούς τους ένα «πραγματικό εφόδιο ζωής και Αθανασίας» την Θεία Κοινωνία. Καταδικάζουν έτσι τους πιστούς των σε πνευματική ασιτία και στέρηση της χάρητος του Μυστηρίου. Τελούν απλά μια αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου εις ανάμνηση μόνο του γεγονότος Για τους λόγους αυτούς, οι Προτεστάντες δεν αποκτούν Αγίους, και δεν τιμούν του Αγίους. Μάχονται και υποβαθμίζουν ακόμη και την Υπεραγία Θεοτόκο, την οποία τίμησε δια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ ο ίδιος ο Θεός. Αυτό εξηγείται ως αντίδραση στους Ρωμαιοκαθολικούς, οι οποίοι έχουν σχεδόν Θεοποιήσει την Υπεραγία Θεοτόκο, με το Δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως. Οι Προτεστάντες σε αντίθεση με αυτούς την θεωρούν απλώς μια καλή γυναίκα, όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Στο μέσον βρίσκονται οι Ορθόδοξοι, που την τιμούν περισσότερο από κάθε άλλο ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά δεν την λατρεύουν. Διότι η λατρεία ανήκει μόνον στον Τριαδικό Θεό.

 

 

10. Ανάσταση και Παγκοσμιοποίηση

Στις μέρες μας μιλάμε για «παγκοσμιοποίηση», οικονομική, θρησκευτική, πολιτισμική κλπ. Μια παγκοσμιοποίηση όμως, χωρίς τον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα –που συνεχίζει το έργο του Χριστού στην γη, αλλά μόνο με ανθρώπινες δυνάμεις δεν μπορεί να είναι παρά δαιμονική. Διότι ο κόσμος έξω από την Εκκλησία κυριαρχείται από τις «σκοτεινές δυνάμεις». Είναι αλύτρωτος και ως τέτοιος ούτε σώζει, ούτε σώζεται.

 

Μόνον ο Αναστημένος Χριστός μπορεί να πετύχει την αληθινή παγκοσμιοποίηση, όπου θα υπάρχει μία ποίμνη και εις ποιμήν, ο Χριστός. Μόνον «εν Χριστώ» θα γίνει εφικτή μια αληθινή παγκοσμιοποίηση, που θα είναι ουσιαστικά «Εκκλησιοποίηση της ανθρωπότητας», δηλαδή Ένωση όλου του κόσμου στο σώμα του Χριστού. Μια τέτοια παγκοσμιοποίηση θα κάνει τον κόσμο ολόκληρο, «Εκκλησία». Οποιαδήποτε άλλη παγκοσμιοποίηση, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Διότι δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί συνεχής και αδιάσπαστη ενότητα με ανθρώπους εμπαθείς και επομένως έχοντας το μικρόβιο της διαιρέσεως.

 

 

11. Ανάσταση και Εσχατολογία

Η Ανάσταση για την Εκκλησία και για τους Χριστιανούς είναι το επιστέγασμα του σωτηριώδους έργου του Χριστού επί της γης. Ο Χριστός μίλησε και φανέρωσε την Βασιλεία των Ουρανών, και να την, εδώ είναι, άνοιξε τώρα! Ο κόσμος, η ιστορία, η ζωή, ο χρόνος, όλα τώρα φωτίζονται με το τελικό υπερκόσμιο φως της Αναστάσεως. «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια» λέει ο υπέροχος Αναστάσιμος ύμνος. Όλα τώρα αποκτούν καινούργιο νόημα. «Η τελευταία και μεγάλη ημέρα του Κυρίου, άρχισε».

 

Ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στον καταπληκτικό του Κατηχητικό Λόγο που διαβάζεται στο τέλος της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας, αναφωνεί γεμάτος θεϊκό ενθουσιασμό:

 

Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως∙ πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν, εφάνη γαρ η κοινή Βασιλεία. Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον, ηλευθέρωσε γαρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος…

 

Ανέστη Χριστός και πεπτώκασιν δαίμονες. Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι. Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται (δηλαδή κυριαρχεί η ζωή).

 

Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι. Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.

Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Χριστός Ανέστη η ζωή

 

Χρήστος Σπ. Χριστοδούλου

Αθήνα 28-4-2009 (Έκδ. V στις 21-4-2010)

 

 


Σημειώσεις

[1] Χαρίσματα του κατ’ εικόνα: Λογικό, αυτεξούσιο, συνείδηση, δημιουργικότητα, τάση προς τον θεό.

[2] Ότι δηλ. όλοι οι άνθρωπο με τις αμαρτίες τους χρωστούν στον Θεό και πρέπει να πληρώσουν. Η άποψη αυτή δείχνει την «δικονομική» περί αμαρτίας αντίληψη που έχει η «Παπική Εκκλησία». Από την άλλη, έχοντας εξοβελίσει με την αποδοχή του «Filioque» το Άγιο Πνεύμα από την ζωή της Εκκλησίας, εδίδασκε ότι η μόνη διαχειρίστρια της Θείας χάρητος και των «αξιομισθιών» των αγίων είναι αυτή. Διότι εδίδασκε ότι οι άγιοι με την άσκησή τους, με το μαρτύριό τους και τα καλά τους έργα, έχουν πλεόνασμα «αξιομισθιών», πλεόνασμα καλών έργων, δηλ. έχουν «καλά έργα» περισσότερα από όσα είναι αναγκαία για την σωτηρία τους. Αυτό το πλεόνασμα, η «Παπική Εκκλησία» μπορεί να το διαθέσει για να σώσει όσους πιστούς έχουν έλειμμα καλών έργων ενώπιον του Θεού. Με αυτό το σκεπτικό, άνοιξε ο δρόμος για τα «συγχωροχάρτια».

Δημιουργία αρχείου: 13-5-2010.

Τελευταία ενημέρωση: 13-5-2010.

ΕΠΑΝΩ