Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Επιστροφή στην Κεντρική σελίδα

Παπισμός

 

Μέρος 1ο (από 4)

Παπικό πρωτείο εξουσίας: μια φαντασίωση που έγινε δόγμα

Τού Papyrus 52

 

Περιεχόμενα

 

Εισαγωγή

Συνήθως, τα θεολογικά απολογητικά μας άρθρα, σκοπό έχουν να αναιρέσουν συκοφαντικές επιθέσεις κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας από άθεους ή ετεροδόξους. Εδώ όμως έχουμε μια ιδιάζουσα περίπτωση διότι απαντάμε σ’ ένα άρθρο που γράφτηκε από Ορθόδοξο, όμως εξαιτίας του περιεχομένου του, έγινε εκμεταλλεύσιμο από έναν Ρωμαιοκαθολικό (στο εξής: «Ρ/Κ»), ο οποίος μάλιστα το αναδημοσίευσε χωρίς την παραμικρή παρέμβαση, για να στηρίξει με αυτό, το παπικό πρωτείο εξουσίας!

Πρόκειται για το άρθρο ΑΥΤΟ που αναδημοσιεύτηκε από τον Ρ/Κ ΕΔΩ.

Ειλικρινά, δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε για ποιον σκοπό γράφτηκε. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, το παπικό πρωτείο εξουσίας αποτελεί αίρεση, από την οποία μάλιστα πηγάζουν πλήθος προβλημάτων μέχρι και σήμερα. Κι όμως, το συγκεκριμένο κείμενο δίνει την εντύπωση πως για το γεγονός ότι οι παπικοί οδηγήθηκαν στην αίρεση, έχουν μερίδιο ευθύνης οι άγιοι και οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Βεβαίως, μπορεί ο αρθρογράφος να ήθελε να δείξει κάτι άλλο, εμείς όμως, καλοπροαίρετα, θα του ζητούσαμε να εξετάσει το ενδεχόμενο μήπως ο φόβος του για τυχόν «εκδυτικοποίηση» της Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει μετατραπεί σε εμμονή και έτσι τον οδηγεί σε σφάλματα. Διότι, όπως θα δούμε, στο κείμενο υπάρχουν πολλά λάθη αλλά και υπερβολές.

Καταρχάς, πραγματεύεται ένα πολύ σοβαρό θέμα εκκλησιαστικής ιστορίας και η εκκλησιαστική ιστορία στηρίζεται στις πηγές και τη βιβλιογραφία[1]. Δεν είναι λοιπόν σωστό να δημοσιεύεται με τη μορφή χύμα κειμένου χωρίς τη σχετική επιστημονική τεκμηρίωση. Αλλιώς, πώς θα ελέγξει ο αναγνώστης την αξιοπιστία όσων διαβάζει; Επίσης, στο ζήτημα του παπικού πρωτείου και όχι μόνο, οι πηγές είναι με το μέρος των Ορθοδόξων. Γι’ αυτό άλλωστε οι παπικοί κατέφυγαν κατά κόρον σε ψευδεπίγραφα έργα, σε πλαστογραφημένα κείμενα και σε απίθανες ερμηνευτικές ακροβασίες για να μπορέσουν να αρθρώσουν αντίλογο απέναντι στα σαρωτικά στοιχεία που δικαιώνουν την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Εμείς λοιπόν θα παρουσιάσουμε τεκμηριωμένα τις απαντήσεις μας, με την ελπίδα ότι και ο Ρ/Κ θα καταλάβει ότι δεν τον βοηθά σε τίποτα η αναδημοσίευση του κειμένου αυτού, αλλά και ο Ορθόδοξος αδελφός θα καταλάβει ότι έπρεπε να σταθεί περισσότερο στα γεγονότα και τις αιτίες τους ώστε να δει ότι δεν είναι όλα τόσο μονοδιάστατα.

Στο παρόν άρθρο δημοσιεύονται οι πρώτες δέκα απαντήσεις από τις 40 συνολικά, και πιστεύουμε ότι αμέσως θα γίνει κατανοητό ότι οι άγιοι της Εκκλησίας μας και οι Οικουμενικές Σύνοδοι δεν ευθύνονται στο ελάχιστο, είτε για τυχόν «εκδυτικοποίηση» μέρους της σημερινής ιεραρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είτε για τις αιρετικές κατευθύνσεις του παπισμού.

 

Α. Τρία επιχειρήματα κατά του παπικού πρωτείου εξουσίας και του παπικού αλάθητου

1) «Εάν εβασίζετο το πρωτείον του Πάπα επί της Αγίας Γραφής και της γνησίας Ιεράς Παραδόσεως, δεν θα προήδρευεν ο Πάπας ή αντιπρόσωπος αυτού των Οικουμενικών συνόδων των οκτώ πρώτων αιώνων της ηνωμένης αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας;»[2].

  

2) Δεν έλαβε ο Πάπας και ολόκληρη η Δύση το Ιερό Σύμβολο της Πίστεως από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στην Κων/πολη, και στην οποία συμμετείχαν 150 ανατολικοί επίσκοποι και ούτε ένας από τη Δύση, «αλλ’ ανεγνωρίσθη μετά ταύτα ως οικουμενική και υπό των Δυτικών»[3]; Μάλιστα, «εις την Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικήν Σύνοδον, ότε ετέθη το θέμα της αναγνωρίσεως της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου και του Συμβόλου της ομού μετά της Α΄, οι εκ Δύσεως εκπρόσωποι εν ταύτη υπερεθεμάτισαν υπέρ της οικουμενικότητος της Β΄ και του δογματικού της έργου, χωρίς καν να αντιπαρατηρήσουν ο,τιδήποτε αναφορικώς προς την τότε απουσίαν της Εκκλησίας των»[4].

 

3) Δεν καταδίκασε η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος (680/1) τον Πάπα Ονώριο ως αιρετικό (Πράξις Ιστ΄, «Ονωρίω αιρετικώ ανάθεμα»[5]) και ως πρωτεργάτη της αίρεσης του Μονοθελητισμού και του Μονοενεργητισμού[6]; Επικύρωση της καταδίκης καταγράφτηκε στον α΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (691/2)[7] και ο αναθεματισμός κατά του Πάπα Ονωρίου επαναλήφθηκε και στον Όρο Πίστεως της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου[8].

 

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι ούτε «πρωτεία εξουσίας», ούτε «παπικά αλάθητα» αναγνώριζαν. Από εκεί και πέρα καταλαβαίνουμε ότι οι παπικές απαιτήσεις αποδεικνύουν μια τάση για εκκλησιαστική εξουσία και πολιτική κυριαρχία χωρίς κανένα πνευματικό υπόβαθρο.

 

Β. Εξέταση των περιστατικών που υποτίθεται ότι συνέβαλαν στη διαμόρφωση του παπικού πρωτείου εξουσίας: Ζητήματα αρ. 1 έως 10

(με πράσινα γράμματα παραθέτουμε τους ισχυρισμούς του πρωτότυπου κειμένου)

 

1/ Απόστολος Πέτρος (50). Προσπάθεια εξάσκησης πρωτείου διαποίμανσης στην Εκκλησία: «Ο Θεός με διάλεξε από όλους εσάς να κηρύξω το ευαγγέλιο σ’ όλα τα έθνη» (Πράξ. 15. 7).

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1η

Αρχικά, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε ότι στο εδάφιο Πράξ. 15,7 ο Πέτρος λέει: ο Θεός με εξέλεξε για «να ακούσουν διά του κηρύγματος μου οι εθνικοί τον λόγον του ευαγγελίου»[9]. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε με ποιον τρόπο σχετίζεται το εδάφιο αυτό με απαιτήσεις πρωτείου εξουσίας αφού και ο απόστολος Παύλος ακριβώς το ίδιο λέει για τον εαυτό του: «ο Θεός μού έχει αναθέσει το κήρυγμα του ευαγγελίου στους εθνικούς [«το ευαγγέλιον της ακροβυστίας»]» (Γαλ. 2,7). Επίσης, και ο Βαρνάβας έχει την ίδια εξουσία να πάει «εις τα έθνη» (Γαλ. 2,9). Θα μπορούσαμε άραγε εξ’ αυτών να συμπεράνουμε ότι όλοι οι μαθητές απαιτούσαν πρωτεία;

Άλλωστε, την Εκκλησία την ίδρυσε ο Χριστός, και όχι ο Απόστολος Πέτρος, ούτε ο Κύριος τον όρισε ποτέ υπαρχηγό του, ούτε του είπε ότι θα είναι αρχηγός των άλλων Αποστόλων με πρωτείο εξουσίας επ’ αυτών. Χαρακτηριστικά είναι και τα γεγονότα της Αποστολικής Συνόδου (Πράξ. 15,1-31) για τα οποία σημειώνει ο Παναγιώτης Τρεμπέλας:

«Δεν ηξίωσε πρωτείον τι ή αρχηγίαν ο Πέτρος εν τη συνόδω. Ούτε κύριος της συνόδου ταύτης, ούτε πρόεδρος αυτής υπήρξε. Διότι δεν παρουσιάζεται ενταύθα ως πρώτος ομιλήσας, ίνα κηρύξη την έναρξιν της συνόδου, ούτε τελευταίος ωμίλησε διά να συναγάγη το πόρισμα της συζητήσεως, συλλέγων και τας ψήφους των συμμετεχόντων της συνόδου»[10].

Επίσης, ένα άλλο κομβικό σημείο, όπου αν υπήρχε κάποιο πρωτείο εξουσίας του Πέτρου θα είχε φανεί, είναι η αντικατάσταση του νεκρού Ιούδα. Όπως βλέπουμε, τον αντικαταστάτη δεν τον επιλέγει ο Πέτρος, αλλά ρίχνουν κλήρο (Πράξ. 1,25-26). Αν ο Απόστολος Πέτρος είχε κάποιο πρωτείο εξουσίας και διοικήσεως, είτε θα όριζε εκείνος τον αντικαταστάτη του Ιούδα με πρωτοβουλία του, είτε οι Απόστολοι θα απηύθυναν στον Πέτρο σχετικό αίτημα.

Αξίζει ακόμα να προσθέσουμε και την περίπτωση όπου σύμφωνα με τον Παν. Τρεμπέλα, «ο Πέτρος δέχεται άνευ αντιλογιών και αντιρρήσεων τον δημόσιον έλεγχον του Παύλου»[11] ο οποίος λαμβάνει χώρα «έμπροσθεν πάντων» (Γαλ. 2,14)[12].

Κανείς λοιπόν δεν αναγνώριζε στον Πέτρο κάποιο πρωτείο εξουσίας, ούτε ο ίδιος διεκδίκησε κάτι τέτοιο.

 

2/ Ρώμης άγιος Κλήμης Α΄ (90). Σε επιστολή του προς τον Ιεροσολύμων Ιάκωβο τον αδελφόθεο κηρύττει το πρωτείο του Πέτρου, την άφιξή του στη Ρώμη, την χειροτονία του απ’ αυτόν και τον μαρτυρικό θάνατό του. Η επιστολή αυτή αναφέρεται και στην εγκύκλιο της Πανορθοδόξου Συνόδου του 1722.

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 2η

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι η επιστολή «Κλήμεντος προς Ιάκωβον» είναι ψευδεπίγραφη[13] και εντάσσεται στα λεγόμενα «Ψευδοκλημέντια» έργα. Δεν είναι λοιπόν σωστό να εξάγουμε σαφή ιστορικά συμπεράσματα για συγκεκριμένα πρόσωπα από τέτοια κείμενα. Το γεγονός ότι η Σύνοδος του 1722 επέλεξε να απαντήσει ακόμα και σε παπικούς ισχυρισμούς που πηγάζουν από ψευδεπίγραφα ή «απόκρυφα» έργα[14], δεν σημαίνει ότι και εμείς σήμερα πρέπει να θέτουμε τέτοια κείμενα ως βάση συζήτησης. Χαρακτηριστικά, ο πατρολόγος Στυλ. Παπαδόπουλος γράφει:

«Ιδιαίτερα τα Ψευδο-κλημέντια έργα χρησιμοποιήθηκαν στον δυτικό Μεσαίωνα ευρύτατα, επειδή πρόβαλαν εξαιρετικά την δήθεν κυριαρχική στην Εκκλησία θέση του Πέτρου και το δήθεν γεγονός ότι ο Πέτρος διαβίβασε την εξουσία του επίσημα στον Κλήμη […] Είναι δηλαδή περίεργο, πώς κείμενα ιουδαιοχριστιανικά, τόσο ακραία και αφελή, χρησίμευσαν για την προβολή της θέσεως του επισκόπου Ρώμης»[15].

Όσο για τον ισχυρισμό ότι στην αρχαία Εκκλησία υπήρχε δήθεν ρωμαϊκό πρωτείο εξουσίας, απόδειξη για το αντίθετο αποτελεί ο αγ. Διονύσιος Κορίνθου (165-185) που στην περίοδο της επισκοπείας του όλες οι τοπικές Εκκλησίες προσέφευγαν σε αυτόν για συμβουλές, οικονομική στήριξη και αντιαιρετική προστασία[16]. Επιπροσθέτως, ο Διονύσιος μαρτυρά την απόλυτη ισοτιμία μεταξύ της Εκκλησίας της Κορίνθου και της Εκκλησίας της Ρώμης τις οποίες ονομάζει «φυτείες» του Παύλου και του Πέτρου αντίστοιχα, στις οποίες «ομοίως εδίδαξαν» οι Απόστολοι[17].

Ενέργειες λοιπόν παρέμβασης της μίας εκκλησίας στην άλλη θα βρούμε στην αρχαία Εκκλησία, όμως αυτές γίνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις και το κριτήριο δεν ήταν κάποιο πρωτείο εξουσίας αλλά μόνο το πρωτείο Αληθείας. Με σαφήνεια το διατυπώνει ο Στυλ. Παπαδόπουλος με αφορμή την αλληλογραφία του Διονυσίου με τις άλλες τοπικές Εκκλησίες, και την επιστολή -με άγνωστη αφορμή- που απέστειλε ο Διονύσιος Κορίνθου προς τον επίσκοπο Ρώμης, Σωτήρα[18]:

«Είχε δε ο Διονύσιος Κορίνθου το πρωτείον αληθείας, διότι αυτός τότε απήντα γνησίως εις τα προβλήματα της Εκκλησίας και όχι ο Ρώμης, ως αποδεικνύει και το ότι εις τον Διονύσιον κατέφευγον διά ποικίλα ζητήματα αι Εκκλησίαι»[19].

«Πρόκειται δι’ εν σπουδαίον μάθημα διαλεκτικής σχέσεως των Εκκλησιών εν τη αληθεία. Ο Διονύσιος δηλαδή εδίδαξεν ότι υπάρχει κατά τινα τρόπον πρωτείον, αλλά τούτο είναι μόνον πρωτείον αληθείας. Ο Κλήμης Ρώμης, εκφράσας διά της προς Κορινθίους Επιστολής (ca 96) του την ορθήν θέσιν, η οποία έλειπεν εις την Εκκλησίαν της Κορίνθου, ενεσάρκωνε το πρωτείον της αληθείας κατά την στιγμήν εκείνην. Τούναντίον κατά τους χρόνους του 165-185 το πρωτείον της αληθείας ενεσάρκωνεν ο Διονύσιος Κορίνθου, διότι αυτός εξέφραζε τότε την ορθήν θέσιν επί των υπό συζήτησιν θεμάτων. Ο Ρώμης Σωτήρ, καίτοι διάδοχος του σχόντος πρωτείον αληθείας Κλήμεντος, δεν εξέφραζε την αλήθειαν, την ορθήν θέσιν. Διό και ο Σωτήρ έπρεπε να αντιληφθή ότι πρωτείον δεν δημιουργεί ο θρόνος της Ρώμης -αφού πολλοί θρόνοι είχον ιδρυθή υπό αποστόλων και όλοι την αυτήν διδασκαλίαν είχον λάβει- αλλά η αλήθεια, η ορθή θέσις, την οποίαν δεν είχεν επί του υπό συζήτησιν θέματος. Το πρωτείον εις τον χώρον της αρχαίας Εκκλησίας κατείχεν εκείνος, όστις επρώτευεν εις την έκφρασιν της αληθείας»[20].

 

3/ Σύνοδος Σαρδικής (347). Καθιέρωση του εκκλήτου, ε΄ κανόνας: «ένας καταδικαθείς επίσκοπος μπορεί να καταφύγει στον επίσκοπο της Ρώμης, τον αρχηγό του επισκοπικού σώματος, στην έδρα του αγίου Πέτρου».

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 3η

Σχετικά με τους Κανόνες 3, 4 και 5 της Συνόδου της Σαρδικής, είναι γνωστό ότι «υπεστηρίχθη υπό ρωμαιοκαθολικών κυρίως θεολόγων, ότι διά των κανόνων τούτων δεν απονέμεται τω επισκόπω Ρώμης νέα τις δικαιοδοσία, αλλ’ αναγνωρίζεται εκπεφρασμένως η εκ του θείω δικαίω παπικού πρωτείου απορρέουσα διακεκριμένη εξουσία του επισκόπου Ρώμης, ως διαδόχου του κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου»[21].

Όμως ασφαλώς δεν είναι έτσι τα πράγματα, και τα πρακτικά της Συνόδου της Σαρδικής είναι κεφαλαιώδους σημασίας για να το κατανοήσουμε, ειδικά η περίφημη εισαγωγική φράση του δ΄ Κανόνα η οποία αναφέρει:

«Ει δοκεί αναγκαίον προστεθήναι ταύτη τη αποφάσει, ην τινα αγάπης ειλικρινούς πλήρη εξενήνοχας [...]»[22].

Ακριβώς αυτή η εισαγωγή γκρεμίζει τις παπικές αξιώσεις:

«Είναι σαφές το βούλημα των τριών τούτων κανόνων, δι’ ων η εν Σαρδική σύνοδος παρέχει διά πρώτην φοράν εξαιρετικήν τινα αρμοδιότητα εις τον επίσκοπον Ρώμης […] Τούτο δείκνυται σαφώς εκ του γεγονότος, ότι τα προτεινόμενα τίθενται υπό την απόλυτον κρίσιν της συνόδου (si placet), ήτις θα ηδύνατο να δεχθή ή και να αποκρούση ταύτα. Εάν προύκειτο περί αναγνωρίσεως κεκτημένου δικαιώματος, η εισήγησις του θέματος θα ήτο όλως διάφορος και δεν θα ετίθετο υπό την κρίσιν των μελών της συνόδου. Η εισαγωγή του δ' κανόνος […] αποδεικνύει, ότι τα μέλη της εν Σαρδική συνόδου είχον πλήρη συνείδησιν, ότι η γενομένη διάκρισις εις τον επίσκοπον Ρώμης Ιούλιον ήτο κανονική απόφασις της συνόδου και ουχί απόρροια του θείω δικαίω παπικού πρωτείου εξουσίας»[23].

Κατά συνέπεια, τα πρακτικά της Σαρδικής διαψεύδουν την δήθεν εξαρχής και «θείω δικαίω» αναγνώριση κάποιου πρωτείου εξουσίας μέσα στην Εκκλησία. Και αυτό το είδαμε και από τις προηγούμενες απαντήσεις μας όπου ούτε ο Πέτρος φαίνεται να κατείχε κάποιο διοικητικό πρωτείο, ενώ και ο Διονύσιος Κορίνθου ασκούσε πρωτείο Αληθείας έναντι του Ρώμης κατά τον 2ο αιώνα.

Ο Πάπας λοιπόν δεν είχε κανένα απολύτως δικαίωμα από μόνος του. Η Σύνοδος της Σαρδικής είχε την εξουσία να δώσει ή να μην δώσει κάποια δικαιώματα στον Πάπα τα οποία μάλιστα δεν δόθηκαν γενικά και αόριστα αλλά είχαν άμεση σχέση με τα προβλήματα της Ανατολής όπου τότε επικρατούσε διά του ξίφους ο Αρειανισμός.

Όπως σημειώνει ο καθ. Σπ. Τρωιάνος:

«Οι σχετικοί κανόνες [3, 4 και 5] παρέσχον αφορμήν εις πλείστας αμφισβητήσεις […] Οι κανόνες της εν Σαρδική συνόδου δέον να ερμηνευθούν λαμβανομένων [υπ’ όψη] […] των κρατουσών εν τη Εκκλησία συνθηκών […] Οι Αρειανοί και Αρειανίζοντες την συμπαράστασιν των αυτοκρατόρων επέτυχον να κυριαρχούν εις πάσαν σχεδόν εν Ανατολή συνερχομένην σύνοδον, καταδικάζοντες και εκβάλλοντες πάντα επίσκοπον, όστις παρά ταύτα ηκολούθει την υπό της εν Νίκαια συνόδου ως ορθόδοξον αναγνωρισθείσαν πίστιν. Τούτο ηνάγκασε πολλούς εκ των εις διωγμόν υποβληθέντων επισκόπων να καταφύγουν εις Ρώμην ζητούντες προστασίαν και ένδικον βοήθειαν […]»[24].

Άρα, έχουμε μια έκτακτη κατάσταση, όπου η Δύση με τον αυτοκράτορα Κώνστα παραμένει Ορθόδοξη ενώ στην Ανατολή επικρατεί η βία του αρειανισμού που διώκει με ψευδοσυνόδους τους ορθόδοξους επισκόπους. Διαφορετικά, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα συνέβαινε.

Το σημαντικότερο όλων όμως, είναι ότι τελικά:

 «Ουδέποτε εφηρμόσθησαν oι εν λόγω κανόνες της εν Σαρδική συνόδου εν Ανατολή, διότι η ανατολική εκκλησία αντέδρασε κατά μιας εις τόσον ευρείαν κλίμακα εκδηλουμένης αναμείξεως του επισκόπου Ρώμης, ήτις μοιραίως θα είχεν ως αποτέλεσμα να τεθή αύτη υπό τον έλεγχον της δυτικής εκκλησίας»[25].

 

4/ Ιω. Χρυσόστομος (400). Θεωρεί τον Πέτρο «προστάτη όλης της Οικουμένης και θεμέλιο της Εκκλησίας».

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 4η

Νομίζουμε ότι είναι άδικο για τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, μέσα από τα αμέτρητα έργα του, να επιλέγονται 8 λέξεις και να εμφανίζεται ως άλλοθι για το αιρετικό παπικό πρωτείο εξουσίας. Ο Χρυσόστομος δεν κάνει τέτοιου τύπου διακρίσεις:

«Άρχοντες γαρ εισιν υπό Θεού χειροτονηθέντες οι απόστολοι· άρχοντες͵ ουκ έθνη και πόλεις διαφόρους λαμβάνοντες͵ αλλά πάντες κοινή την οικουμένην εμπιστευθέντες»[26].

Άρα λοιπόν, κανείς απόστολος δεν ξεχωρίζει καθώς όλοι είναι χειροτονημένοι από τον Θεό και κανένα έθνος ή πόλη (π.χ. Ρώμη) δεν εμπιστεύτηκε σε κάποιους συγκεκριμένα, αλλά χάρισε σε όλους εξίσου την Οικουμένη ολόκληρη.

 

5/ Σύνοδος Καρθαγένης (418). Επελήφθη του Σχίσματος Ρώμης-Αλεξάνδρειας λόγω του αφορισμού του Ι. Χρυσοστόμου και απευθύνεται στον Ρώμης Ιννοκέντιο Α΄ (όχι στον Αλεξανδρείας) να επιβάλει την ειρήνη στην Εκκλησία.

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 5η

Εδώ υπάρχει κάποια παρανόηση από τον συντάκτη και θα μας βοηθήσει να το καταλάβουμε η μετάφραση του σχετικού Κανόνα[27] της Καρθαγένης:

«Αποφασίστηκε ακόμη να στείλουμε γραπτή αναφορά στον αγιότατο πάπα Ιννοκέντιο σχετικά με τη διχόνοια της Ρωμαϊκής και Αλεξανδρινής εκκλησίας, ώστε καθεμιά από τις δύο εκκλησίες να τηρήσει την μεταξύ τους ειρήνη την οποία παραγγέλλει ο Κύριος»[28].

Όπως βλέπουμε, όχι μόνο δεν επιδιώκεται κάποια δραστική παρέμβαση από τη Ρώμη, αλλά το αντίθετο, η Σύνοδος της Καρθαγένης δρα συμβιβαστικά ανάμεσα στις δύο εκκλησίες και ομοίως τις προτρέπει. Αυτό σημειώνει και ο άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης στην ερμηνεία του Κανόνα:

«Όρα δε ενταύθα την τοπικήν Σύνοδον διορθώνουσαν και συμβουλεύουσαν τον της Ρώμης Μονάρχην»[29].

Δηλαδή η Καρθαγένη δρα συμβουλευτικά ακόμα και προς τον Πάπα.

Επίσης, σύμφωνα με τον καθ. Ι. Αναστασίου, ο ίδιος αυτός Κανόνας μας βοηθά να καταλάβουμε ότι η Σύνοδος της Καρθαγένης θεωρούσε την Εκκλησία της Ρώμης μία ακόμη τοπική Εκκλησία:

«Οι Πατέρες έκαμαν διάκρισιν μεταξύ Καθολικής και Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Λέγοντες Καθολικήν Εκκλησίαν εννόουν το σύστημα των ορθοδόξων Χριστιανών, απανταχού της οικουμένης, των διατηρούντων τα ευσεβή δόγματα ακίνητα και ασάλευτα. Λέγοντες Ρωμαϊκήν Εκκλησίαν εννόουν μίαν μερικήν εκκλησίαν προς αντιδιαστολήν των άλλων μερικών - τοπικών εκκλησιών της οικουμένης, ως διαλαμβάνει και ο ΚΔ΄κανών της συνόδου της Καρθαγένης, λέγων ‘’Ήρεσεν ώστε περί της διχονοίας της Ρωμαϊκής και Αλεξανδρινής Εκκλησίας προς τον αγιώτατον πάπαν Ιννοκέντιον γραφήναι, όπως εκατέρα Εκκλησία προς αλλήλας ειρήνην φυλάξωσιν, ην Κύριος παραγγέλλει’’. Ουδείς είπε ποτέ αντί της Ρωμαϊκής, Καθολική Εκκλησία»[30].

Κατά συνέπεια, η Καρθαγένη απορρίπτει τον Πάπα ως εξουσιαστική αρχή επί όλης της Εκκλησίας.

Εδώ αξίζει να προσθέσουμε πως ούτε καν στη δύσκολη αυτή περίσταση αποδέχτηκε ο Χρυσόστομος κάποιο πρωτείο εξουσίας για τη Ρώμη. Όπως σημειώνει ο σημαντικός εκκλησιαστικός ιστορικός Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, σε καμία περίπτωση με τις επιστολές του «δεν ανεγνώριζεν ο Ιερός Χρυσόστομος παπικόν πρωτείον, διότι κατά τον αυτόν τρόπον και μετά των αυτών σχεδόν εκφράσεων απευθύνεται προς πάντας τους επισκόπους της Δύσεως. Τούτο έπραξε και προς τους της Ανατολής επισκόπους»[31].

 

6/ Αλεξανδρείας άγιος Κύριλλος (430). «Ο Κύριος θεμελίωσε την Εκκλησία του πάνω στον Πέτρο και τον κατέστησε ποιμένα της καθόλου Εκκλησίας».

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 6η

Νομίζουμε ότι ο άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας αδικείται, καθώς οι θέσεις του για τον Απόστολο Πέτρο δεν ευνοούν τις παπικές ερμηνείες:

1) Θεμέλιο της Εκκλησίας δεν είναι ο «Πέτρος» αλλά η ισχυρή σαν «πέτρα» πίστη:

«… πέτραν, οίμαι, παρωνύμως έτερον ουδέν ή την ακατάσειστον και εδραιοτάτην του μαθητού πίστιν αποκαλών, εφ’ η και αδιαπτώτως ερήρεισταί τε και διαπέπηγεν η Εκκλησία Χριστού...»[32].

Μάλιστα, οι άγιοι Πατέρες γενικά, απορρίπτουν την παπική ερμηνεία του εδαφίου Ματθ. 16,18 κατά την οποία η «πέτρα» στην οποία θεμελιώνεται η Εκκλησία είναι δήθεν ο Απόστολος Πέτρος:

- Κύριλλος Αλεξανδρείας: «πέτραν [] την [] πίστιν αποκαλών», PG 75,865C.

- Ιωάννης Χρυσόστομος: «πέτρα [] τουτέστι͵ τη πίστει της ομολογίας», PG 58,534.

- Μέγας Φώτιος: «εν τη πέτρα των δεσποτικών ρημάτων [] στηριζομένης της Εκκλησίας», PG 102, 800C.

 

2) Σύμφωνα με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας ο Πέτρος δεν ξεχωρίζει αλλά είναι ισότιμος με τους άλλους αποστόλους:

 «… και γουν Πέτρος τε και Ιωάννης ισότιμοι μεν αλλήλοις καθό και απόστολοι και άγιοι μαθηταί»[33].

 

7/ Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος (431). Δέχτηκε, χωρίς καμία αντίρρηση, τη διατύπωση του πρωτείου διαποίμανσης του Πάπα άγιου Κελεστίνου Α΄.

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 7η

Εδώ υπάρχει ακόμα ένα σφάλμα διότι η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος ουδέποτε αποδέχτηκε κάτι τέτοιο, καθώς, όπως φαίνεται στα πρακτικά της Συνόδου, οι επίσκοποι ομόφωνα απέδωσαν το πρωτείο Αληθείας εξίσου και στον Κύριλλο και στον Κελεστίνο:

«Πάντες οι ευλαβέστατοι επίσκοποι άμα είπον· Αύτη δικαία κρίσις. Νέω Παύλω Κελεστίνω, νέω Παύλω Κυρίλλω. Κελεστίνω τω φύλακι της πίστεως, Κελεστίνω τω ομοψύχω της Συνόδου. Κελεστίνω ευχαριστεί πάσα η Σύνοδος. Εις Κελεστίνος, εις Κύριλλος, μία πίστις της συνόδου, μία πίστις της οικουμένης»[34].

Σύμφωνα με τον Στυλ. Παπαδόπουλο:

Οι συνοδικοί, χαρακτήρισαν «εξίσου νέους Παύλους τους Καιλεστίνο και Κύριλλο και φύλακες της πίστεως. Μετά διακηρύξανε ότι ο Καιλεστίνος είναι σύμφωνος και ομόψυχος με την Σύνοδο και τον ευχαρίστησαν, διότι συμφώνησε μαζί τους. Οι συνοδικοί δηλαδή συνειδητά κρίνουνε τον Καιλεστίνο, αποφαίνονται για την ορθοδοξία του, τον ευχαριστούν και τον επαινούν όσο επαινούν και τον Κύριλλο»[35].

 

8/ Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (451). Καθιέρωσε τον Πάπα άγιο Λέοντα, ως τον «αρχιεπίσκοπο πάσης της Οικουμένης, πατέρα τε και πατριάρχην» και «μακαριώτατο άνδρα πασών των εκκλησιών». Πράγματι, η προσαγόρευση του Πάπα, ως πατέρα, από τους Πατριάρχες ΚΠόλεως γινότανε μέχρι το Σχίσμα (1054). Ο Ρώμης Λέων Α΄ δεν υπογράφει τον κη΄ κανόνα περί των ίσων πρεσβείων τιμής με τον ΚΠόλεως. Στη Σύνοδο αυτή έχουμε τον πλήρη θρίαμβο του Παπισμού.

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 8η

Εδώ υπάρχουν τρία ζητήματα να απαντηθούν:

1) Ο ισχυρισμός ότι η «Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος καθιέρωσε τον Πάπα άγιο Λέοντα, ως μακαριώτατο άνδρα πασών των εκκλησιών» είναι ασφαλώς λάθος. Ο συντάκτης ίσως διάβασε κάπου τη φράση αυτή αλλά δεν κατανόησε την προέλευση της. Η επίμαχη φράση, του μακαριωτάτου ανδρός πασών των εκκλησιών αρχιεπισκόπου Λέοντος») ανήκει μόνο στους παπικούς αντιπροσώπους που ο ίδιος ο άγ. Λέων Ρώμης όρισε, δηλ. στους Πασχασίνο, Λουκίνσιο (ή Λουκέντιο) και Βονιφάτιο[36]. Άρα, η Σύνοδος δεν προσφώνησε έτσι τον Πάπα και κατά συνέπεια ουδέποτε καθιέρωσε αυτόν τον τίτλο.

 

2) Δεν φαίνεται από πού προκύπτει ο συλλογισμός ότι υπάρχει «πλήρης θρίαμβος του Παπισμού» σε μια Σύνοδο που με τις αποφάσεις της καταρρίπτει τις αξιώσεις του Πάπα για πρωτείο, θεσμοθετώντας με τον 28ο Κανόνα την απόλυτη ισοτιμία μεταξύ του Πάπα και του πατριάρχη Κων/πόλεως. Άλλωστε, ο Λέων δυσανασχέτησε με την απόφαση αυτή ακριβώς διότι η Σύνοδος αδιαφόρησε παντελώς για τη γνώμη του και το υποτιθέμενο πρωτείο του.

Μάλιστα, παρά τη διαφωνία του Πάπα για την εξουσία που έλαβε ο Επίσκοπος Κων/πόλεως, υπέγραψαν κανονικότατα «οι παπικοί αντιπρόσωποι, αφού σημείωσαν τις αντιρρήσεις τους στα πρακτικά»[37], και «ο Λέων έγραψε τις αντιρρήσεις του στον αυτοκράτορα και στον πατριάρχη, ο κανόνας όμως εξακολούθησε να ισχύει στην Ανατολή και μεταγενέστερες σύνοδοι τον επικύρωσαν»[38].

Επίσης, σύμφωνα με όσα εύστοχα σημειώνει ο Καλλίνικος Δελικανής[39] σχετικά με τον 28ο Κανόνα, ο Πάπας Λέων παρά τις διαφωνίες του:

- Δεν κατηγόρησε τους Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου ως αιρετικούς.

- Δεν συγκάλεσε σύνοδο επισκόπων για να καταδικάσει την Δ΄ Οικουμενική.

- Δεν διέκοψε την Κοινωνία με την Ανατολή.

 

Αυτά αποδεικνύουν με τον πιο επίσημο τρόπο πως όχι μόνο δεν υπήρξε ποτέ αναγνωρισμένο πρωτείο εξουσίας στην Εκκλησία, αλλά επιπλέον, ούτε ο ίδιος ο Πάπας δεν πίστευε στην αρχαιότητα του πρωτείου αυτού ώστε να το διεκδικήσει!

Θα λέγαμε λοιπόν ότι στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο έχουμε την πλήρη ήττα του παπισμού, και σε καμία περίπτωση τον «πλήρη θρίαμβο». Μάλιστα, για να το επιβεβαιώσουμε ακόμη περισσότερο, αξίζει να προσθέσουμε ότι η Σύνοδος απέρριψε την απαίτηση του Λέοντα να στηριχθεί ο Όρος της Χαλκηδόνας αποκλειστικά στη δογματική επιστολή που είχε γράψει το 449, ενώ η ίδια Σύνοδος αναβάθμισε τον αγ. Κύριλλο Αλεξανδρείας σε κριτήριο ορθοδοξίας! Όσα σημειώνει ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος είναι χαρακτηριστικά:

«Η Σύνοδος εθεώρει περιττόν να συμπεριληφθώσιν εν τω σχεδίω του όρου τα εν τη επιστολή του Λέοντος εκτιθέμενα. Υπήρξαν δε χαρακτηριστικοί αι περαιτέρω εκβοήσεις των επισκόπων […] ‘’Λέων είπε τα Κυρίλλου. Κελεστίνος τα Κυρίλλου εβεβαίωσε. Ξύστος τα Κυρίλλου εβεβαίωσεν’’»[40].

Άρα λοιπόν, κάθε άλλο παρά «θρίαμβο του Παπισμού» αποτελεί η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία θεώρησε ότι τρεις Πάπες, «ο Λέων, ο Κελεστίνος και ο Ξύστος Ρώμης εγκρίνονται ως ορθόδοξοι, διότι συνεφώνουν προς τον Κύριλλον»[41]!

 

3) Το άλλο λάθος του συντάκτη, σχετικά με τον δήθεν παπικό τίτλο, «αρχιεπίσκοπος πάσης της Οικουμένης, πατέρας τε και πατριάρχης», δεν είναι αποκλειστικά δικό του αλλά ξεκινά από ένα σφάλμα στη διδακτορική διατριβή του πρωτοπρ. Δημητρίου Βακάρου με τίτλο, «Η Ιεροσύνη κατά την εκκλησιαστική γραμματεία των πέντε πρώτων αιώνων» (Θεσσαλονίκη, 1986) ο οποίος στη σελίδα 354 γράφει τα εξής:

«Επίσης η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος απεκάλεσε τον Επίσκοπο Ρώμης Λέοντα ‘’αρχιεπίσκοπον πάσης της Οικουμένης, πατέρα τε και πατριάρχην’’».

Στο τέλος της φράσης, ο συγγραφέας μας παραπέμπει στην υποσημείωση αρ. 121 που βρίσκεται στην ίδια σελίδα (354), όπου δίνει ως πηγή το: «ACO 1.1.2,102».

Η βραχυγραφία ACO αντιστοιχεί στην κριτική έκδοση «Acta Conciliorum Oecumenicorum» του γερμανού Ed. Schwartz, στην οποία περιλαμβάνονται πρακτικά, επιστολές και άλλα κείμενα σχετικά με τις Οικ. Συνόδους Γ΄, Δ΄ και Ε΄ και την μεγάλη Ενδημούσα σύνοδο Κων/πόλεως του 536. Γενικά, η παραπομπή στα ACO γίνεται με τον πολύπλοκο τρόπο Βιβλίο, Τόμος, Μέρος, Σελίδα.

Το πρώτο λοιπόν ζήτημα που δημιουργείται είναι το εξής: ο π. Δημ. Βακάρος ενώ μιλά για την Δ΄ Οικ. Σύνοδο και τον Πάπα Λέοντα, μας παραπέμπει στο πρώτο βιβλίο των ACO το οποίο όμως περιλαμβάνει τα κείμενα της Γ΄ Οικ. Συνόδου στην Έφεσο το 431 (Tome 1: Concilium Universale Ephesenum anno 431). Κατά συνέπεια εδώ βρίσκεται το πρώτο σφάλμα όπως βλέπουμε και στην εικόνα:

 

Δεν είναι όμως μόνο αυτό.

Όπως είδαμε στην εικόνα, στην σημερινή ψηφιακή εποχή διατίθενται κάποια εύχρηστα εργαλεία τα οποία μας βοηθούν στην έρευνα. Ένα τέτοιο εργαλείο είναι η ψηφιακή βιβλιοθήκη TLG (Thesaurus Linguae Graecae) η οποία μάλιστα περιλαμβάνει και τα κείμενα της συλλογής ACO.

Όμως, αναζητώντας μέσω της TLG αυτούσιο τμήμα του παραθέματος του π. Βακάρου, και συγκεκριμένα το «αρχιεπίσκοπον πάσης της Οικουμένης» βλέπουμε ότι δεν υπάρχει στη συλλογή ACO! Μάλιστα σε πλήρη αναζήτηση στην TLG, εμφανίζεται ένα και μοναδικό εύρημα, σε μια ομιλία που αποδίδεται στον Κύριλλο Αλεξανδρείας (PG 77,1040B) η οποία όμως θεωρείται νόθα :


 

Εδώ λοιπόν υπάρχουν μια σειρά από σοβαρά λάθη:

- Η προσφώνηση στον Πάπα είναι πλαστή, δεν υπάρχει πουθενά στα ACO και ανήκει σε ψευδεπίγραφο κείμενο.

- Η πλαστή προσφώνηση δεν αφορά καν τον Πάπα Λέοντα αλλά τον Κελεστίνο και για τον λόγο αυτό δεν θα μπορούσε να αφορά τα πρακτικά της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου αλλά μόνο της Γ΄.

- Επίσης, κι αν ακόμα υπήρχε στα κείμενα η πλαστή φράση, δεν θα αποτελούσε τίποτε άλλο, παρά μια αναφορά στα πρακτικά της Συνόδου ότι ο Κύριλλος (υποτίθεται) κάποτε προσφώνησε έτσι τον Πάπα. Όμως, κι αν ακόμα ίσχυε κάτι τέτοιο, αυτό δεν αποτελεί «καθιέρωση προσφώνησης» της Συνόδου προς τον Πάπα! Το να γραφτεί στα πρακτικά ότι ο Κύριλλος πριν από χρόνια, σε μια ομιλία του, αποκάλεσε έτσι τον Πάπα, δεν σημαίνει ότι και η Σύνοδος προσφωνεί τον Πάπα με τον τρόπο αυτό. Νομίζουμε είναι απλό και κατανοητό.

Κάτι άλλο που έχει ενδιαφέρον στην υπόθεση αυτή, είναι ότι στα ACO, κοντά στην παραπομπή 1.1.2.102 που δίνει ο π. Βακάρος, υπάρχει στα πρακτικά της Γ΄ Οικ. Συνόδου παράθεση μιας άλλης ομιλίας του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, αυθεντική αυτή τη φορά, η οποία μοιάζει πολύ με τη νόθα στο λεξιλόγιο, όμως εδώ δεν προσφωνεί με τόσο πομπώδεις εκφράσεις τον Κελεστίνο.

Έτσι, ενώ στην αυθεντική Ομιλία Δ΄ ο Κελεστίνος προσφωνείται ως «τίμιος και άγιος αρχιεπίσκοπος της μεγάλης Ρώμης» (η ομιλία αυτή περιέχεται στα πρακτικά της Γ΄ Οικ. Συνόδου[42]) στην νόθα Ομιλία ΙΑ΄ ο τίτλος μετατρέπεται σε, «αγιότατο αρχιεπίσκοπο πάσης της οικουμένης, πατέρα και πατριάρχη της μεγαλοπόλεως Ρώμης».

Δείτε και την εικόνα που ακολουθεί:

  

Άρα λοιπόν, τα προβλήματα στο παράθεμα του π. Βακάρου είναι πολλά. Δεν γνωρίζουμε για ποιον λόγο μπλέχτηκαν τόσο πολύ τα πράγματα στη διατριβή του, το σίγουρο πάντως είναι ότι ουδέποτε η «Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος καθιέρωσε τον Πάπα άγιο Λέοντα ως ‘’αρχιεπίσκοπο πάσης της Οικουμένης, πατέρα τε και πατριάρχην’’».

 

9/ Αυτοκράτορας Μαρκιανός (451). Απείλησε τους Πατέρες της Δ΄, ότι αν δεν έβγαζαν Όρο αρεστό στον Πάπα Λέοντα Α΄, θα μετέφερε τη Σύνοδο στη Ρώμη.

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 9η

Δυστυχώς, και στο ζήτημα αρ. 9, ο συντάκτης φαίνεται ότι παρανόησε κάποια πράγματα και γι’ αυτό, καλό είναι να εξηγήσουμε πώς έχουν τα γεγονότα:

- Ο Πάπας Λέων, με αφορμή την καταδίκη του μονοφυσίτη Ευτυχή κι επειδή δεν μπορούσε να παραστεί ο ίδιος σε σχετική σύνοδο, είχε στείλει στα 449 μια επιστολή με χριστολογικό, δογματικό περιεχόμενο, η οποία ονομάζεται συνήθως «Τόμος» του Λέοντα.

- Έτσι, στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, οι παπικοί επέμεναν πολύ αντί για έναν νέο Όρο Πίστεως, να χρησιμοποιηθεί αυτούσιος ο Τόμος του Πάπα. Όταν όμως διαπίστωσαν ότι οι συνοδικοί δεν σκόπευαν να  χρησιμοποιήσουν την δογματική επιστολή του Λέοντα, μετέφεραν στον αυτοκράτορα διάφορες προτάσεις, μεταξύ των οποίων και την απειλή ότι θα απαιτήσουν να διαλυθεί η Σύνοδος της Χαλκηδόνας με σκοπό, είτε να ψηφίσουν οι Επίσκοποι με επιστολή, είτε να μεταφερθεί η Σύνοδος στη Ρώμη.

Όμως, οι αντιδράσεις των επισκόπων στο άκουσμα των απειλών αυτών ήταν έντονες:

«Αι δύο τελευταίαι προτάσεις μάλλον δυσαρέστως ηκούσθησαν. Οι Επίσκοποι μετά την ανακοίνωσιν των ανωτέρω επολυχρόνισαν μεν τους Βασιλείς, αλλ’ εδήλωσαν ότι δεν δέχονται τα προτεινόμενα και ότι αξιούσι να συνταχθή ο προτεινόμενος όρος. Ηκούσθησαν και αι φωναί ‘’οι αντιλέγοντες Νεστοριανοί εισιν, οι αντιλέγοντες εις Ρώμην απέλθώσιν’’!»[43].

Κατά συνέπεια αποτελεί απλούστευση και παρανόηση ότι ο Μαρκιανός «απείλησε» και οι Συνοδικοί «φοβήθηκαν». Αυτό προκύπτει σαφώς από όσα γράφει ο πατρολόγος Στυλ. Παπαδόπουλος:

«Οι εκπρόσωποι της Ρώμης, βλέποντας ότι δεν πρόκειται να αρκεστεί η Σύνοδος στον Τόμο Λέοντα, δήλωσαν πάλι ανυποχώρητοι και απείλησαν ότι θα εγκαταλείψουνε την Σύνοδο και θα ζητήσουνε σύγκλησή της στην Δύση, εάν ο Τόμος δεν γίνει δεκτός αυτούσιος […] Τότε, η ριζική διχογνωμία αναφέρθηκε στον αυτοκράτορα Μαρκιανό, που, αψηφώντας την απειλή των παπικών, έδειξε στους επισκόπους ότι προτιμάει την σύνταξη νέου Όρου και πρότεινε την συγκρότηση ευρείας αντιπροσωπευτικής επιτροπής, για την σύνταξη νέας ομολογίας πίστεως, του δογματικού δηλαδή Όρου. Προφανώς, οι επίσκοποι που συμβούλευαν τον αυτοκράτορα ορθά είχανε πεισθεί, ότι για την σαφή αλλά και παράλληλη υπέρβαση - απόρριψη του νεστοριανισμού και του μονοφυσιτισμού χρειαζότανε νέος δογματικός Όρος, που μάλιστα θα προϋπέθετε την διάκριση φύσεως και υποστάσεως. Η Επιτροπή, μ’ επικεφαλής τον Ανατόλιο και την παρουσία των αυτοκρατορικών και των εκπροσώπων της Ρώμης, συνεδρίασε στον ναό της Αγίας Ευφημίας […] Έτσι, στην ΣΤ΄ συνεδρία (25 Οκτωβρίου) η Σύνοδος, παρόντων και των αυτοκρατόρων Μαρκιανού και Πουλχερίας, υιοθέτησε παμψηφεί και πανηγυρικά τον Όρο»[44].

Κατά συνέπεια:

- Οι παπικοί ήταν αυτοί που ουσιαστικά απείλησαν τους συνοδικούς και όχι ο αυτοκράτορας.

- Οι παπικοί δεν ήθελαν απλά έναν «αρεστό» σε εκείνους Όρο Πίστεως, αλλά ζητούσαν να γίνει αποδεκτός αυτούσιος ο δογματικός «Τόμος» του Πάπα.

- Ο αυτοκράτορας όχι μόνο δεν αποδέχτηκε το παπικό αίτημα, αλλά αψηφώντας τους παπικούς, συμφώνησε με τη Σύνοδο να εκδοθεί νέος Όρος.

- Οι παπικοί υποχώρησαν και συμμετείχαν στις συζητήσεις.

 

Τίποτα λοιπόν δεν ισχύει από όσα κατέγραψε ο συντάκτης. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η Εκκλησία:

- Δεν υποχώρησε μπροστά στις ανελέητες σφαγές από τους Αρειανιστές επί βασιλείας των αιρετικών Κωνσταντίου και Βάλη.

- Δεν υποχώρησε στις σκληρές διώξεις του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα Ιουλιανού.

- Δεν υποχώρησε στις διώξεις του αιρετικού αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄.

- Δεν υποχώρησε στις πιέσεις του Βασιλίσκου, του Ζήνωνα, του Ηρακλείου ή του Ιουστινιανού για συμβιβασμό με τους Μονοφυσίτες.

- Δεν υποχώρησε μπροστά στα πρωτοφανή σφαγεία των Εικονομάχων που κράτησαν πάνω από έναν ολόκληρο αιώνα.

- Δεν υποχώρησε στις ψευδοενώσεις με τους Λατίνους.

 

Κατά συνέπεια, είναι περίεργο να ισχυριζόμαστε ότι οι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου θα δέχονταν να κάνουν παραχωρήσεις ως προς την πίστη τους, «φτιάχνοντας» έναν Όρο Πίστεως «στα μέτρα του Πάπα», απλά και μόνο επειδή… «φοβήθηκαν» μην μεταφερθεί μια Σύνοδος!

Η υπερβολή είναι νομίζουμε κατανοητή.

 

10/ ΚΠόλεως άγιος Ανατόλιος (458). Διαβεβαιώνει τον Ρώμης Λέοντα Α΄, ότι: «άνευ της εγκρίσεώς του, ουδείς Κανόνας της Δ΄ Συνόδου θα εφαρμοστεί».

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 10η

Αυτό που αναφέρει ο συντάκτης, προέρχεται από μια άποψη του Α. Schmemann την οποία παραθέτει ο Μεθόδιος Φούγιας[45]. Όμως, υπάρχουν και άλλες απόψεις για τον χαρακτήρα του Πατριάρχη. Ο Τάσος Γριτσόπουλος θεωρεί πως ήταν «άξιος» ιεράρχης, «ορθοδοξότατος, σεμνός, συνετός και μαχητής»[46] και υπάρχουν τουλάχιστον τρία σημαντικά γεγονότα από τη ζωή του αγ. Ανατολίου που το επιβεβαιώνουν:

1) Όπως γράφει ο Στυλ. Παπαδόπουλος, ο Ανατόλιος, «με γνώση και σύνεση απέρριψε την απειλητική απαίτηση των Δυτικών να κυρωθεί ως δογματικός Όρος της Συνόδου ο Τόμος του Λέοντα, και με την υποστήριξη του αυτοκράτορα και την συμπαράσταση μελών της Συνόδου […] ως επικεφαλής επιτροπής παρουσίασε κι επέβαλε τον περίφημο Όρο της Συνόδου»[47].

2) Η αντίδραση του Λέοντα όχι μόνο δεν φόβιζε τον Ανατόλιο, αλλά το αντίθετο, όταν χρειάστηκε, «διαμαρτυρήθηκε (PL 54, 1146-8) για αντικανονική ανάμειξη του Λέοντα, ο οποίος και υποχώρησε (Επιστ. 163)»[48].

3) Επίσης, «ο ίδιος ο Ανατόλιος συνεκάλεσε το 458 τοπικήν σύνοδον εις την Κωνσταντινούπολιν, η οποία, επικυρούσα τας αποφάσεις της συνόδου Χαλκηδόνος, εχαρακτήρισεν αυτήν οικουμενικήν»[49].

 

Κατά συνέπεια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ανατόλιος εκφράστηκε όχι με δειλία, αλλά «μετ’ εξαιρέτου φιλοφροσύνης»[50], διατηρώντας μια στάση κατευναστική στη συγκεκριμένη επιστολή, καθώς ο Πάπας είχε πραγματικά οργιστεί εξαιτίας του 28ου Κανόνα διότι έβλεπε τον Πατριάρχη Κων/πόλεως ως αντίπαλο στις εξουσιαστικές του βλέψεις. Όταν όμως στα 458, ο αγ. Ανατόλιος χαρακτήρισε τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας ως Οικουμενική, καταλαβαίνουμε όχι μόνο ότι δεν είχε την παραμικρή διάθεση υποταγής προς τον Πάπα, αλλά αντιθέτως, ότι αντιστάθηκε στα παπικά σχέδια όπως και στην περίπτωση της απόρριψης του Τόμου του Λέοντα.

 

Επίλογος

Εδώ τελείωσε το πρώτο μέρος των απαντήσεων μας. Κανονικά, τα μέχρι τώρα συμπεράσματα δείχνουν ότι δεν υπάρχει λόγος να απαντηθεί στο σύνολο του ένα κείμενο που ήδη, στα δέκα πρώτα ζητήματα, περιέχει τόσα λάθη και ερμηνείες μάλλον υπερβολικές, χωρίς εμβάθυνση. Όμως, έχουμε σκοπό να τοποθετηθούμε και στα 40 ζητήματα, σε βάθος χρόνου, καθώς μια συνολική και επιστημονικά τεκμηριωμένη απάντηση στους παπικούς ισχυρισμούς για δήθεν πρωτείο εξουσίας καλό είναι να υπάρχει στο διαδίκτυο, ώστε να μην παρασύρονται οι αδελφοί μας από μονομέρειες και υπερβολές.

 


Σημειώσεις

[1] Μεταλληνός Δ. Γεώργιος, «Πηγές Εκκλησιαστικής Ιστορίας», Αρμός, Αθήνα 1989, σελ. 23.

[2] Ξεξάκης Νικόλαος, «Πτυχαί τινες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησιολογίας εξ απόψεως Ορθοδόξου», ΕΕΘΣΑ, τμήμα Θεολογίας, τόμ. 29, Αθήνα 1994, σελ. 380.

[3] Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. Α', 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 125.

[4] Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, «Αι ιστορικο-δογματικαί προϋποθέσεις της οικουμενικότητος της Αγίας Β΄ Οικουμενικής Συνόδου», περ. «Θεολογία», τχ. 4 (1981), σελ. 697.

[5] «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Γ΄, έκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ιεράς Σκήτης Αγίας Άννης, Άγιον Όρος 1986, σελ. 141β.

[6] Βλ. Κοντοστεργίου Δέσποινα, «Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι», Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 166 ~ Βλ. Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά …», τόμ. Α', ό.π., σελ. 219.

[7] Βλ. την καταδίκη προς τον «Ωνώριον τον Ρώμης» στο: Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πηδάλιον» (ακριβής ανατύπωσις της γ' εκδόσεως του 1864), εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 218.

[8] «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Γ΄, ό.π., σελ. 374α.

[9] Τρεμπέλας Ν. Παν., «Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας», 51η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα 2006, σελ. 541.

[10] Τρεμπέλας Ν. Παν., «Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων», 3η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα 1991, σελ. 426β-427α.

[11] Τρεμπέλας Ν. Παν., «Υπόμνημα εις τας Επιστολάς της Κ. Διαθήκης», τόμ. Β΄, 4η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα 1993, σελ. 27α.

[12] Για να κατανοήσουμε την αξία αυτού του επιχειρήματος, αρκεί να φανταστούμε τι θα έλεγαν οι παπικοί, αν στη θέση του Παύλου ήταν ο Πέτρος…

[13] Παπαδόπουλος Γ. Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Β', έκδ. 2η, Αθήνα 1999, σελ. 410.

[14] Βλ. Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. Β', Αθήνα 1953, σελ. 825, σημ. 5 όπου ο συγγραφέας σημειώνει ότι η επιστολή είναι «απόκρυφος».

[15] Παπαδόπουλος, «Πατρολογία», Β', ό.π., σελ. 409-410.

[16] Βλ. Ευσέβιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία» 4.23,1-13.

[17] Ευσέβιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία» 2.25,8.

[18] «Σωτήρ. Πάπας Ρώμης (μεταξύ 166 και 175 περίπου), τιμώμενος ως Άγιος υπό της Δυτικής Εκκλησίας την 22αν Απριλίου» (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 11 (1967), στ. 631).

[19] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Διονύσιος Κορίνθου ο Οικουμενικός Διδάσκαλος», ΕΕΘΣΑ, τμήμα Θεολογίας, τόμ. 21, Αθήνα 1974, σελ. 165.

[20] Παπαδόπουλος, «Διονύσιος Κορίνθου …», ό.π., σελ. 166.

[21] Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών», τόμ. Α΄, Αθήναι 1977, σελ. 107.

[22] «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Α΄, έκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ιεράς Σκήτης Αγίας Άννης, Άγιον Όρος 1981, σελ. 325β.

[23] Φειδάς, «Ο θεσμός της Πενταρχίας …», ό.π., σελ. 107-108.

[24] Τρωιάνος Σπύρος, «Η Εκκλησιαστική Δικονομία μέχρι του θανάτου του Ιουστινιανού», Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2004 (c1964), σελ. 144.

[25] Τρωιάνος, «Η Εκκλησιαστική Δικονομία …», ό.π., σελ. 146.

[26] Ιωάννης Χρυσόστομος, «Ότι χρήσιμος η των γραφών ανάγνωσις», PG 51,93.

[27] Οι συλλογές Κανόνων, πολλές φορές δίνουν διαφορετικούς αριθμούς στους ίδιους Κανόνες. Για παράδειγμα, ο καθ. Πρ. Ακανθόπουλος αριθμεί τον Κανόνα αυτό ως «101 (ΡΙΒ΄)», στο «Πηδάλιον» έχει την αρίθμηση «ΡΙΒ΄.106» ενώ για κάποιον λόγο, ο καθ. Ι. Αναστασίου, τον ίδιο κανόνα τον αριθμεί ως «ΚΔ΄».

[28] Ακανθόπουλος Πρόδρομος, «Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικής Νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος», 3η έκδ., Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 337.

[29] Νικοδήμου, «Πηδάλιον», ό.π., σελ. 518.

[30] Ι. Ε. Αναστασίου, «Βαρλαάμ του Καλαβρού περί της αρχής του Πάπα», περ. «Εκκλησιαστικός Φάρος», τόμ. 53 (1971), σελ. 117-118.

[31] Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος» (μέρος β΄), περ. «Εκκλησιαστικός Φάρος», τόμ. 4 (1909), σελ. 508.

[32] Κύριλλος Αλεξανδρείας, «Περί αγίας και ομοουσίου Τριάδος», PG 75, 865C.

[33] Κύριλλος Αλεξανδρείας, «Προς Νεστόριον Κωνσταντινουπόλεως (περί της αγίας Παρθένου και Θεοτόκου)», PG 77, 112B.

[34] «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Α΄, ό.π., σελ. 603α.

[35] Παπαδόπουλος Γ. Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, Γρηγόρης, Αθήνα 2010, σελ. 394.

[36] Η φράση εισάγεται με τα λόγια: «Πασκασίνος και Λουκίνσιος […] και Βονιφάτιος […] διά Πασκασίνου του ευλαβεστάτου είπον». Βλ. «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Β΄, έκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ιεράς Σκήτης Αγίας Άννης, Άγιον Όρος 1982, σελ. 152β.

[37] Αναστασίου Ιωάννης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», τόμ. Α΄, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 334.

[38] Αναστασίου, «Εκκλησιαστική Ιστορία», Α΄, ό.π., σελ. 457.

[39] Βλ. Δελικανής Καλλίνικος, «Τα εν τοις κώδιξι του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακείου σωζόμενα επίσημα εκκλησιαστικά έγγραφα», τόμ. Γ΄, εν Κωνσταντινουπόλει 1905, σελ. 1019-1020, σημ. 2.

[40] Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Ο άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας …», ό.π., σελ. 349 ~ Βλ. και «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Β΄, ό.π., σελ. 173β.

[41] Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Ο άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας …», ό.π. ~ Βλ. και Μαρτζέλος Γεώργιος, «Γένεση και Πηγές του Όρου της Χαλκηδόνας», Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 73.

[42] «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Α΄, ό.π., σελ. 595α. ~ Βλ. και ACO, 1.1.2,102-104.

[43] Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Ο άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας και η Δ΄ Οικουμ. Σύνοδος», περ. «Θεολογία», τχ. 4 (1932), σελ. 350 ~ Βλ. και «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Β΄, ό.π., σελ. 173β.

[44] Στυλιανός Παπαδόπουλος, «Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (451). Το Οικοδόμημα της Χριστολογίας», περ. «Θεολογία», τχ. 2 (2006), σελ. 459.

[45] Ο Μεθόδιος Φούγιας, γράφει: «Ο Α. Schmemann […] κατηγορεί, όχι αβάσιμα, τον Πατριάρχη Ανατόλιο (449-458) για δειλία στην απάντησί του προς τον Πάπα Λέοντα Α΄ (440-461) για τον 28ο κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου κι ακόμη γιατί βεβαίωσε τον πάπα πως άνευ της εγκρίσεώς του ουδείς από τους κανόνες θα εφαρμοσθή» (Φούγιας Γ. Μεθόδιος, «Έλληνες και Λατίνοι», 2η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1994, σελ. 66, σημ. 46).

[46] Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, «Ανατόλιος», ΘΗΕ, τόμ. 2 (1963), στ. 643.

[47] Παπαδόπουλος, «Πατρολογία», Γ΄, ό.π., σελ. 691.

[48] Παπαδόπουλος, «Πατρολογία»,Γ΄, ό.π.

[49] Χρήστου Παναγιώτης, «Ελληνική Πατρολογία», τόμ. Δ΄, 2η έκδ., Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 331.

[50] Πολάκης Παρθένιος, «Ιστορικαί προϋποθέσεις του Πρωτείου του Επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως» (μέρος ζ΄), περ. «Θεολογία», τχ. 1 (1954), σελ. 142.

Δημιουργία αρχείου: 7-6-2014.

Τελευταία ενημέρωση: 7-6-2014.