Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Ενότητες: Δογματικά και Κοινωνικά

Νόμοι φθοράς και αφθαρσίας // Γνώση εν προσώπω και Ελευθερία // Μεταφυσική θεώρηση τής θρησκείας

Μαρξιστική πρακτική και Χριστιανική Αγάπη

Β. Μπακούρος

Η Χριστιανική Αγάπη 6ο Μέρος

Για τον Μαρξ, η ενίσχυση προς την Εργατική Τάξη δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας ούτε κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά κοινωνικής αναγκαιότητας, γι' αυτό και δεν έχει ηθικό αλλά μηχανιστικό χαρακτήρα.

Το άρθρο αυτό, αποτελεί το έκτο και τελευταίο μέρος, από άρθρο του Πανεπιστημιακού Β. Μπακούρου, το οποίο παρουσιάστηκε στο περιοδικό "Τρίτο Μάτι "Δεκεμβρίου 2004, Νο 128, σελ. 22-26, με τον γενικό τίτλο: "Σοσιαλιστική Κοινωνική Αλληλεγγύη και Χριστιανική Αγάπη". Το απόσπασμα το παρουσιάζουμε με την ευγενική άδεια του περιοδικού, και θα ολοκληρωθεί σε μια σειρά επί μέρους άρθρων.

Είναι ίσως ευρύτερα γνωστό ότι ο Κ. Μαρξ και οι επίγονοί του πολέμησαν συνειδητά όχι μόνο την οργανωμένη θρησκεία αλλά και τη θρησκευτικότητα ως εκδηλώσεις ή ενδείξεις ιστορικής παρακμής. Θεώρησαν, μάλιστα, τη θρησκεία ως ιδεολογία χειραγώγησης του λαού στα κελεύσματα της εξουσίας. Η περίφημη φράση που αποδίδεται στον Κ. Μαρξ «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού», ενώ διατυπώθηκε από τον άθεο θεολόγο Β. Μπάουερ, αποδίδει καίρια τη μαρξιστική αντίληψη που προδιαγράψαμε, αλλά δεν αιτιολογεί επαρκώς την επιθετική πολιτική της μαρξιστικής διαλεκτικής απέναντι στο φαινόμενο της θρησκείας.

Για τον Κ. Μαρξ, η θρησκεία είναι μια ιδεολογία και μάλιστα ιδεολογία αντιδραστική-αναχρονιστική. Αυτό το μεθοδολογικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε η Μαρξιστική Σχολή (Μαρξ, Ένγκελς κ.α.) πιθανότατα οφείλεται στις προτεσταντικές προσλαμβάνουσες του Κ. Μαρξ από τη γερμανική κοινωνία και τις ιστορικές εμπειρίες από τη θεοκρατική δομή, κυρίως της Αυστρουγγαρίας, την οποία είχε μελετήσει επισταμένως.

Ο όρος «ιδεολογία» στη μαρξιστική ορολογία χρησιμοποιείται απαξιωτικά, σημαίνει «σύνολο ιδεών που δεν έχουν αντίκρυσμα με την πραγματικότητα και χρησιμοποιούνται για να καλύπτουν την ιστορική αλήθεια». Η ιδεολογία ως προϊόν της συνειδήσεως κατά τον Μαρξ καταργείται από την ιστορική εξέλιξη που είναι αναπόφευκτη, αφού εκτελείται με νόμους φυσικούς. ’ρα, η φυσική εξέλιξη της κοινωνίας καταργεί τη θρησκεία, που ανάμεσα στις ιδεολογίες είναι η πλέον έμμονη, γιατί είναι η πλέον παραδοσιακή και εδράζεται στη λαϊκή αμάθεια και αδυναμία. Για τη μαρξιστική αντίληψη ζωής, η πίστη, και πολύ περισσότερο η χριστιανική πίστη, είναι ένδειξη ήττας, αδυναμία αντιμετώπισης των δυσκολιών της ζωής με ίδια μέσα, καταφυγή σε ένα θεϊκό υπερεγώ που καλύπτει ελλείψεις του εγώ. Ο μαρξιστής δεν έχει ανάγκη τη χριστιανική αγάπη γιατί γνωρίζει ότι η κίνηση της ιστορίας έχει νόμους θετικούς.

Το ότι και ο Μαρξισμός κατάντησε ιδεολογία ήταν κάτι που δεν το έζησε ο Μαρξ και που ασφαλώς θα το καταδίκαζε, γιατί η θεωρία του γι'αυτήν είναι ουσιαστικά μια ερμηνεία ενός «γίγνεσθαι» που θα πραγματωθεί σε «είναι» ανεξάρτητα από την προσωπική πεποίθηση των ανθρώπων, αφού η συνείδηση υποτάσσεται στους ιστορικούς-φυσικούς νόμους ολοκληρωτικά. Γι' αυτό δεν έχει σημασία αν ευεργετούν τους εργάτες και σκοτώνουν π.χ. τους πλουσίους, γιατί και στη μια και στην άλλη περίπτωση εξυπηρετούν όχι το δίκαιο αλλά την ιστορική εξέλιξη. Και οι δυο αυτές πρακτικές είναι το ίδιο επαινετές, όταν μέσω αυτών προάγεται το κοινωνικό συμφέρον, όπως το ερμηνεύει βέβαια το μαρξιστικό αναλυτικό μοντέλο. Ευθύνη ηθική προσωπική δεν υπάρχει, αφού ο άνθρωπος εκτελεί έναν αδήριτο νόμο. Χρέος του είναι να τον προάγει γοργότερα.

Ιδιαίτερα καταδικαστικός στέκεται ο Μαρξ απέναντι στον Χριστιανισμό, γιατί αυτός έναντι του Ισλάμ ανατρέπει ή προσπαθεί, μάταια κατά τον Μαρξ, να ανατρέψει το ιστορικό γίγνεσθαι με πρότυπο τον Χριστό. Η αγάπη ως κίνητρο κοινωνικής παρέμβασης για τον Μαρξ δεν είναι απλώς μάταια, αλλά και επιβλαβής. Κατ'αρχάς, γιατί εθίζει το άτομο να παρεμβαίνει στην κοινωνική ροή ανεξάρτητα από τους ιστορικούς νόμους. Κυρίως, όμως, γιατί εκδηλώνεται προς αναξιοπαθούντες που κρίνονται τέτοιοι με κριτήρια ηθικά και έτσι αντιβαίνουν στον κοινωνικό δαρβινισμό που ασπάζεται ο Μαρξισμός, στη διαδικασία, δηλαδή, επικράτησης του ισχυρότερου με βάση τους φυσικούς νόμους λειτουργίας της κοινωνίας. Γι' αυτό ο Κ. Μαρξ στάθηκε ολότελα αντίθετος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Για τον Μαρξ, η ενίσχυση προς την Εργατική Τάξη δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας ούτε κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά κοινωνικής αναγκαιότητας, γι' αυτό και δεν έχει ηθικό αλλά μηχανιστικό χαρακτήρα. Η θεραπεία, δηλαδή, της φτώχειας δεν γίνεται επειδή στη σοσιαλιστική κοσμοθεωρία προβλέπεται η ευσπλαχνία, αλλά γιατί η φτώχεια ως φαινόμενο παρεμποδίζει την ομαλή ιστορική και πολιτισμική εξέλιξη της κοινωνίας. Δεν είναι, λοιπόν, η ηθική αίσθηση του δικαίου, αλλά η αναγκαιότητα που επιβάλλει τις συγκεκριμένες «φιλάνθρωπες» προβλέψεις στο κοινωνικό σύστημα που ευαγγελίζεται ο Μαρξισμός.

Η ερμηνεία της ιστορικής αναγκαιότητας επαφίεται από τον Κ. Μαρξ στα κομματικά όργανα με γνώμονα βέβαια τη δική του θεωρία. Δεν πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει που ο πιο στυγνός κομμουνιστής ηγέτης, ο Ι. Στάλιν, υπήρξε ταυτόχρονα και ο πιο φιλικός προς την Εκκλησία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πίστευε (παρά το γεγονός ότι η παιδεία του ήταν εκκλησιαστική, αφού υπήρξε απόφοιτος του εκκλησιαστικού λυκείου της Τυφλίδας). Στη δεδομένη συγκυρία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η συσπείρωση του ρωσικού λαού για την αντιμετώπιση του Ναζισμού επέβαλλε τη στάση αυτή, αφού έτσι χαλυβδωνόταν η άμυνα της χώρας των Σοβιέτ. Η ίδια καιροσκοπική ερμηνεία επέβαλε και κατά τον Εμφύλιο στον ΕΛΑΣ τον σεβασμό στη λαϊκή θρησκευτική πίστη για να τονώνεται η παρεξήγηση ανάμεσα στο κοινωνικό μήνυμα ισότητας της χριστιανικής αγάπης και στη μαρξιστική πρακτική της μηχανιστικής αταξικής κοινωνίας.

 

 Αυτό ήταν το τελευταίο απόσπασμα που δημοσιεύσαμε από το Περιοδικό "Τρίτο Μάτι "Δεκεμβρίου 2004, Νο 128, σελ. 22-26. Πρόκειται για άρθρο του Βασίλη Μπακούρου, με τον γενικό τίτλο: "Σοσιαλιστική Κοινωνική Αλληλεγγύη και Χριστιανική Αγάπη".

 

Το άρθρο αυτό στα Αγγλικά

Δημιουργία αρχείου: 21-2-2005.

Τελευταία ενημέρωση: 19-10-2005.

ΕΠΑΝΩ