Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Αγία Γραφή, Θεός και Πολυθεϊσμός

H Παλαιά Διαθήκη Πολεμούμενη και Απολογούμενη // Διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης περί Θεού // Ο Προφητικός Χαρακτήρας της Αποκαλύψεως της Παλαιάς Διαθήκης και η Κυριαρχία των Τύπων

Διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης περί Θεού

(Κατήχηση από την Παλαιά Διαθήκη)

Σεβ. Ιερεμίου Φούντα Μητρ. Γόρτυνος Μεγαλουπόλεως

Πηγή: Τόμος Δεύτερος. Καλαμάτα 2006.

Αντίδωρον τω Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμω Θέμελη

 Σε pdf: http://www.imgortmeg.gr/books/didaskalia.pdf

 

 

1. Η γνώση του Θεού

Το τι είναι ο Θεός δεν μπορεί βέβαια να το ανακαλύψει ο άνθρωπος, το αποκάλυψε όμως ο Θεός στον άνθρωπο. Και η θεία αποκάλυψη είναι καταγραμμένη στην Αγία Γραφή, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.

Κατά την Παλαιά Διαθήκη η γνώση μας περί του Θεού βασίζεται στις αποκαλύψεις, που από παλαιά έκανε ο Θεός στον άνθρωπο. Λέγει η αρχή της προς Εβραίους Επιστολής: «Ο Θεός τους παλαιούς καιρούς πολλές φορές και με πολλούς τρόπους μίλησε στους προγόνους μας δια των Προφητών» (Εβραίους 1,1).

Ως πρώτη αποκάλυψη του Θεού δεν πρέπει να νοήσουμε την θαυμαστή αποκάλυψη Του στο Σινά, για την οποία ομιλεί δια πολλών η Παλαιά Διαθήκη στο βιβλίο της Εξόδου- πριν από αυτή είναι η αποκάλυψη του Θεού στον Αβραάμ· αλλά ήδη ο Θεός αποκαλυπτόταν, κατά ακατάληπτο τρόπο, στους πρώτους ανθρώπους στον Παράδεισο. Η θρησκεία λοιπόν της Παλαιάς Διαθήκης αρχίζει από την παραδείσια εποχή και παρουσιάζει τον Θεό να φανερώνεται στους ανθρώπους για να μη χαθεί η γνώση τους γι’ Αυτόν.

Η γνώση του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη εκφράζεται με το ρήμα ﬠדּיִ (γιαδά = γνωρίζω). Δεν δηλώνει όμως το ρήμα αυτό γνώση για τον Θεό που αποκτήθηκε θεωρητικά, αλλά γνώση καρδιακή, λατρεία Θεού. Σημαίνει ζωή με τον Θεό, αφού και την ένωση του ανδρογύνου η Παλαιά Διαθήκη την εκφράζει πάλι με αυτό το ρήμα (βλέπε Γεν. 4, 1). Γι’ αυτό και ως εμπόδιο για μία τέτοια ουσιαστική γνώση του Θεού η Παλαιά Διαθήκη θεωρεί την αμαρτία του ανθρώπου;

«Τα έργα τους - λέγει ο προφήτης Ωσηέ ελέγχοντας τους Ισραηλίτες - δεν τους αφήνουν να επιστρέψουν στον Θεό τους, γιατί πνεύμα πορνείας είναι μέσα τους και δεν γνωρίζουν τον Κύριο» (5, 4).

Η γνώση του Θεού και η αρετή πορεύονται μαζί και δεν χωρίζονται:

«Το να σε γνωρίζει κανείς, ω Θεέ, αυτό είναι όλη η αρετή και το να αναγνωρίζει κανείς την δύναμή Σου, αυτό είναι η ρίζα της αθανασίας» (Σοφ. Σολ. 15,3)!

Με αυτή την έννοια, την έννοια της στενής σχέσεως της αρετής και της γνώσεως του Θεού ή, ομοίως, της στενής σχέσεως της αμαρτίας και της αγνωσίας του Θεού, πρέπει να κατανοηθούν οι εκφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης περί των άθεων. Και οι άθεοι δεν «γνωρίζουν» τον Θεό, όχι με την έννοια ότι δεν παραδέχονται την ύπαρξη του, αλλά ότι τον περιφρονούν. Άθεοι λοιπόν κατά την Παλαιά Διαθήκη, δεν είναι οι αρνητές της υπάρξεως του Θεού, αλλά οι ασεβείς.

Για την ύπαρξη του Θεού δεν μιλάει η Παλαιά Διαθήκη, γιατί το θεωρεί δεδομένο ότι υπάρχει Θεός. Στην παλαιά Ανατολή όλοι πίστευαν στην ύπαρξη ανωτέρων όντων, που κυριαρχούν επί της φύσεως και επί των ανθρώπων. Ο Ισραήλ δεν ανέπτυξε κανένα θεωρητικό αθεϊσμό, υπήρχαν όμως σ’ αυτόν άνθρωποι περιφρονητές και υβριστές του Θεού. Αυτοί, κατά την Παλαιά Διαθήκη, είναι οι μη έχοντες γνώση Θεού και οι άθεοι.

Παραθέτουμε μερικά σχετικά χωρία:

Οι υιοί του Ηλεί ήταν αχρείοι άνθρωποι, δεν γνώριζαν τον Κύριο» (Α' Βασ. 2, 12). Ο Θεός παραπονείται και λέγει: Οι φύλακες του νόμου δεν με εγνώρισαν» (Ιερεμίας 2, 8). Και ο προφήτης Ωσηέ μελαγχολικά παρατηρεί περί των Ισραηλιτών: «Δεν εγνώρισαν τον Κύριο» (5,4).

Ο προφήτης Ιερεμίας ομιλεί για συγχρόνους του, οι οποίοι έλεγαν περί του Θεού לוא־הוא (λο χου), «δεν είναι αυτός» (5, 12)! Δεν εννοεί όμως ο Προφήτης με την έκφραση αυτή Ιουδαίους αρνούμενους ότι υπάρχει Θεός, αλλά εννοεί υβριστές του Θεού, εννοεί Αποστάτες Ιουδαίους, ανθρώπους οι οποίοι ηρνούντο την κυριαρχία του Θεού και δεν ήθελαν να υπακούσουν στους λόγους του. Η έκφραση των υβριστών αυτών «δεν είναι αυτός» έχει την έννοια «δεν αξίζει αυτός» (ο Θεός)! Αυτοί οι Ιουδαίοι, κατά τον ίδιο στίχο, έλεγαν ότι «δεν θα έλθει κακό εναντίον τους», ότι δηλαδή ο Θεός δεν έχει τη δύναμη να τους επιφέρει κακό. Και πάλι με τον λόγο αυτό οι ασεβείς αυτοί Ιουδαίοι δεν ηρνούντο την ύπαρξη του Γιαχβέ, αλλά την ισχύ του ή, αν συνδυάσουμε τον στίχο μας με άλλη περικοπή, έλεγαν ότι οι θεοί των Βαβυλωνίων και των Χαναναίων, είναι ισχυρότεροι από τον Γιαχβέ (βλέπε Ιερεμίας 51,17 - 19. Εβραίους 44,17 - 19).

Και ο λόγος του Ψαλμωδού «ο ανόητος λέγει στην καρδιά του, δεν υπάρχει Θεός» (Ψαλμοί 14, 1· βλέπε Και 9, 25) δεν αναφέρεται σε αρνούμενους την ύπαρξη του Θεού, αλλά σε αυτούς, οι οποίοι δεν είχαν καμία έννοια περί Θεού και παραθεωρούσαν τον νόμο του με την σκέψη ότι «ξεχνάει ο Θεός, αδιαφορεί, δεν δίνει προσοχή» (9,32 κατά το Εβραίους 10,11)· «πώς να το ξέρει ο Θεός; Τάχα λαβαίνει γνώση ο Ύψιστος;» (Ψαλμοί 72,11)· και ακόμη έλεγαν: «Δεν βλέπει ο Κύριος· τίποτε δεν καταλαβαίνει ο Θεός του Ιακώβ» (Ψαλμοί 94, 7). Ομοίως προς αυτούς οι σύγχρονοι του Σοφονία έλεγαν: Ο Κύριος δεν κάνει τίποτα· ούτε καλό ούτε κακό» (Σοφ. 1, 12). Το ίδιο και οι σύγχρονοι του Ιεζεκιήλ παριστούσαν ως αδύνατο τον Γιαχβέ και έλεγαν: «Πώς να σε δει ο Κύριος; Ο Κύριος εγκατέλειψε την χώρα» (8, 13· βλέπε Και 9,9).

Εναντίον των παραπάνω λόγων των άσεβων επιτίθεται ο Εκκλησιαστής, ο οποίος παντού στον κόσμο βλέπει τεθέντα σκοπό και προτρέπει τους ανθρώπους να σέβονται τον Θεό:

«Τώρα κατάλαβα, πως όλα όσα κάνει ο Θεός μένουν για πάντα. Τίποτε δεν μπορεί κανείς να τους προσθέσει ούτε να αφαιρέσει τίποτε από αυτά. Ο Θεός ενεργεί έτσι, ώστε να τον σέβονται οι άνθρωποι» (Εκκλ. 3, 14).

Το βιβλίο της Σοφίας Σολομώντος εις 2,1 και εξής μας μιλάει για ασεβείς που ηρνούντο την συνέχεια της ζωής της ψυχής του ανθρώπου μετά τον θάνατο του. Αυτοί είναι οι υλιστές και οι χειρότεροι άθεοι, γιατί πέταξαν από την ψυχή τους και την παραδοχή ακόμη της υπάρξεως του Θεού, γι’ αυτό και τερματίζουν την ζωή του ανθρώπου με τον θάνατο του, αρνούμενοι την αθανασία της ψυχής του.

 

2. Αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού

Επειδή οι Ισραηλίτες, αλλά και τα γύρω τους έθνη, όπως είπαμε, πίστευαν σε θεό, γι’ αυτό η Παλαιά Διαθήκη δεν αναφέρει σαφή επιχειρήματα για την ύπαρξη Θεού1. Το ερώτημα «υπάρχει Θεός;» τίθεται για πρώτη φορά από τον συγγραφέα του βιβλίου της Σοφίας Σολομώντος, στην τελευταία δηλαδή εκατονταετηρίδα π.Χ. περίπου, όταν οι Ιουδαίοι της Αιγυπτιακής διασποράς είχαν υποστεί την επίδραση του ελευθέρου Ελληνικού πνεύματος. Πριν το ερώτημα ήταν: Υπάρχει ένας Θεός;». Και οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης απαντώντας στο ερώτημα αυτό εστρέφοντο κατά του πολυθεϊσμού. Έχουμε όμως στην Παλαιά Διαθήκη και περικοπές που μπορούν να προσαχθούν σαν επιχειρήματα περί υπάρξεως του Θεού:

α) Συχνά η Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται στην δημιουργία, για θαυμασμό βέβαια της παντοδυναμίας και πανσοφίας του Θεού, χρησιμεύουν όμως ασφαλώς οι αναφορές αυτές και ως αποδείξεις υπάρξεως του Θεού, γιατί αυτό το ωραίο καλλιτέχνημα του σύμπαντος προϋποθέτει δημιουργό και τεχνίτη και προνοητή. Παρατηρώντας ο άνθρωπος το μεγαλείο της φύσεως, την τάξη της και την ωραιότητα της σκέπτεται τον Δημιουργό της Θεό και με θαυμασμό λέγει: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας» (Ψαλμοί 103,24)!

Θα αναφέρω μερικούς μόνο από τους, ύμνους των ανθρώπων της Παλαιάς Διαθήκης προς τον Θεό, στους οποίους υμνείται η δόξα του Θεού από την ωραιότητα της φύσεως και οι οποίοι ύμνοι διαλαλούν ασφαλώς την ύπαρξη του Θεού γιατί η παρατηρούμενη στην φύση ωραιότητα και τάξη προϋποθέτει δημιουργό Θεό και ρυθμιστή των όντων:

Οι ουρανοί διηγούνται την δόξα τον Θεού και το στερέωμα εξαγγέλλει το έργο των χειρών τον» (Ψαλμοί 18,2).

«Κύριε, ο Κύριος ημών πόσο θαυμαστό είναι το όνομά σου σε όλη την γη» (Ψαλμοί 8,10)!

«Φωνή Κυρίου επάνω στα νερά βροντά ο Θεός ο δοξασμένος, ο Κύριος επάνω από τους ωκεανούς. Φωνή Κυρίου ισχυρή φωνή Κυρίου μεγαλόπρεπη. Φωνή Κυρίου συντρίβει κέδρους, ναι, θα συντρίψει ο Κύπριος τους κέδρους τον Λίβανον. Κάνει τα όρη να σκιρτούν, σαν το μοσχάρι ο Λίβανος και σαν το δαμαλάκι το όρος το Συρίων. Φωνή Κυρίου αστράφτει φλόγες πύρινες. Φωνή Κυρίου κάνει την έρημο να τρέμει· ο Κύριος κάνει να τρέμει η έρημος της Κάδης» (Ψαλμοί 28, 3 - 8 εξής).

«Με τον λόγο του Κυρίου έγιναν οι ουρανοί και με την πνοή από το στόμα τον έγιναν οι αμέτρητες δυνάμεις τους… Ας φοβάται τον Κύριο όλη η γη και ας τρέμουνε μπροστά τον όλοι οι κάτοικοι της οικουμένης, γιατί αυτός είπε και έγιναν, αυτός πρόσταξε και θεμελιώθηκαν» (Ψαλμοί 32, 6 - 9).

«Με την ισχύ σου, ω Θεέ, θεμελιώνεις τα βουνά, δύναμη είσαι ζωσμένος· ηρεμείς της θάλασσας τον παφλασμό, τον ήχο των κυμάτων της και τον θόρυβο των λαών. Επισκέπτεσαι την γη και της χαρίζεις αφθονία, την πλημμυρίζεις με αγαθά» (Ψαλμοί 64,7. 10).

«Πέστε στον Θεό, "πόσο φοβερά είναι τα έργα σου, πόσο τρομαχτική είναι η δύναμη σου "! Ελάτε για να δείτε τα έργα τον Θεού· την θάλασσα την έκανε στεριά, με στεγνά πόδια διέσχισαν το ποτάμι» (Ψαλμοί 65, 3. 5).

Ωραίο ύμνο του Δημιουργού Θεού κάνει και ο ποιητής του 135 Ψαλμού:

«Δοξολογήστε τον Κύριο των κυρίων αιώνια είναι η αγάπη τον! Είναι ο μόνος που έκανε θαυμάσια μεγάλα. Έκανε με σοφία τους ουρανούς στερέωσε την γη επάνω στα νερά έκανε τους μεγάλους φωτοδότες, τον ήλιο να κυριαρχεί την ημέρα, το φεγγάρι και τα αστέρια να κυριαρχούν την νύχτα» (στίχ. 4-9).

Ωραία επίσης και δυνατή δοξολογία του Θεού από τα θαυμαστά της φύσεως κάνουν ο συνθέτης του 103ου Ψαλμού και οι τρεις παίδες στην κάμινο του πυρός (Δαν. 3).

Θαυμαστός πάλι είναι ο Θεός από την ατμόσφαιρα και τον κόσμο των ζώων (Ιώβ 38 - 41). Αυτά δεν έγιναν από μόνα τους, ούτε τα έκαναν οι ψεύτικοι θεοί μόνον ο αληθινός Θεός έχει την δύναμη να τα κάνει:

Οι θεοί των εθνών δεν δίνουν την βροχή οι ουρανοί από μόνοι τους δεν στέλνουν καταιγίδες. Κύριε Θεέ μας σε Σένα ελπίζουμε, γιατί εσύ είσαι ο μόνος που τα κάνεις όλα αυτά» (Ιερεμίας 14, 22). Βλέπε και Ιερ. 10, 12 - 16.

Στα παραπάνω όμως και στα τόσα άλλα σχετικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης δεν υπάρχει καμία απολογητική τάση των ιερών συγγραφέων τους· δεν λέγονται δηλαδή οι λόγοι αυτοί ακριβώς σαν επιχειρήματα υπάρξεως του Θεού, αλλά είναι λόγοι που εκφράζουν, επαναλαμβάνουμε, την χαρά και τον θαυμασμό των ποιητών τους για την παντοδυναμία, την πανσοφία και την αγαθότητα του Θεού και αποσκοπούν στο να στερεώσουν τους Ισραηλίτες στην πίστη τους προς τον Θεό και να τους προφυλάξουν από την ειδωλολατρία.

β) Άλλο, το οποίο, κατά κάποιο τρόπο, μπορεί να προσαχθεί ως επιχείρημα υπάρξεως του Θεού είναι από αυτή την ιστορία του Ισραήλ. Οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρονται στην ιστορία του Ισραηλιτικού λαού, για να δείξουν σ' αυτόν ότι ο Θεός του Γιαχβέ είναι ισχυρότερος από τους θεούς των άλλων εθνών. Ήδη στο Έξοδος 12, 12 λέγεται ότι την απόφαση του ο Θεός να φονεύσει τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων θα την εκτελέσει «ενάντια σ’ όλους τους Θεούς της Αιγύπτου», ακριβώς για να τονισθεί η αλήθεια αυτή, η αδυναμία δηλαδή των αιγυπτιακών θεών και η παντοδυναμία του Γιαχβέ.

Στην περικοπή Δευτερονόμιο 4, 32 - 39 αναφέρονται από την ιστορία των Ισραηλιτών σημεία της αγάπης του Θεού σ' αυτούς:

«Υπήρξε ποτέ λαός που άκουσε την φωνή του Θεού να του μιλάει μέσα από την φωτιά, όπως τον ακούσατε σεις και να μείνει ζωντανός; (Σας) έκανε θαύματα και σημεία με δύναμη ακαταμάχητη και με γεγονότα φοβερά και τρομερά» (στίχ. 33,34· βλέπε Και στίχ. 36 - 38).

Και τελικά λέγεται ότι όλα αυτά έγιναν για να καταλάβουν οι Ισραηλίτες ότι «ο Κύριος, αυτός είναι ο Θεός, και εκτός από αυτόν δεν υπάρχει άλλος» (στίχ. 35). Και προτρέπονται:

Αναγνωρίστε το και κρατήστε το στην καρδιά σας· Ο Κύριος, αυτός είναι Θεός στον ουρανό και στην γη. Δεν υπάρχει άλλος εκτός από αυτόν» (στίχ. 39).

Κατά τον 104 Ψαλμό όλη η ιστορία του Ισραήλ, από τους Πατριάρχες μέχρι την κατάληψη της Χαναάν, είναι μία απόδειξη της πιστότητας του Θεού. Κατά τις περικοπές Ησ. 41,21 - 29. 42,8. 9. 13 - 17. 46,1 η απελευθέρωση του Ισραήλ από την Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία δεικνύει την δύναμη του Θεού του Ισραήλ και την μηδαμινότητα των θεών των ειδωλολατρών. Πιο λεπτομερειακά για τα θαυμαστά έργα του Θεού στην ιστορία από την αρχή, αλλά ιδιαίτερα για την ιστορία του Ισραήλ μέχρι την απελευθέρωση του από την Αίγυπτο, ομιλεί το βιβλίο της Σοφίας Σολομώντος εις κεφ. 1θ -12. 16 19. Ο συγγραφεύς του βιβλίου αυτού θέλει να στερεώσει τους ομοεθνείς του στην πίστη στον Γιαχβέ, σ' εκείνη μάλιστα την δύσκολη κατάσταση που ευρίσκοντο, και να παρακινήσει και τους ειδωλολάτρες αναγνώστες να λατρεύσουν τον αληθινό αυτόν Θεό. Παρατηρείται όμως ότι μία μόνο σκέψη δεν ανέπτυξαν οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης για το θέμα μας: Ότι για τον Ισραήλ, ένα λαό που πάντα έκλινε στην ειδωλολατρία, το ότι διατηρήθηκε σ' αυτόν η πίστη στον αληθινό Θεό είναι θαύμα και ακόμη είναι δείγμα ότι ο λαός αυτός απελάμβανε θεϊκής καθοδηγίας.

γ) Για να δείξουν την παντοδυναμία του Θεού Γιαχβέ και την μηδαμινότητα των θεών των εθνών οι Προφήτες φέρουν ως απόδειξη και τις προφητείες. Και αυτό μπορεί να προσαχθεί από την Παλαιά Διαθήκη ως επιχείρημα υπάρξεως και πιστότητος του Θεού Γιαχβέ.

Όταν συνέβη η καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του Ναού, πολλοί Ιουδαίοι, αδύνατοι στην πίστη, κλονίστηκαν πολύ και έλεγαν ότι οι θεοί των Χαλδαίων, που τους υπέταξαν, είναι ισχυρότεροι από τον ιδικό τους Θεό, τον Γιαχβέ, και μάλιστα έλεγαν ότι γι’ αυτό έπαθαν το κακό της καταστροφής της χώρας τους, επειδή παραμέλησαν την λατρεία σ’ αυτούς τους θεούς (βλέπε Ιερεμίας 51, 44, 17 - 19. Εβραίους Κεφ. 44). Σ' αυτούς που έλεγαν αυτά τα βλάσφημα, ο προφήτης Ιεζεκιήλ τους έλεγε δια πολλών ότι ο Γιαχβέ είχε προείπει δια των Προφητών του αυτή την έκβαση για το έθνος τους και ότι η εκπλήρωση των προφητειών του Θεού αποδεικνύει την παγγνωσία του, την παντοδυναμία του και την δικαιοσύνη του με την τιμωρία του απειθούς λαού του. «Τότε θα μάθουν λέγει ο Θεός ότι Εγώ ο Κύριος δεν προειδοποιούσα μάταια, όταν απειλούσα με αυτά τα δεινά» (Ιεζ. 6,10).

Ιδιαιτέρως ωραία για την ανάδειξη του Γιαχβέ από τις προφητείες είναι τα κεφ. Ησ. 40 55. Ο προφήτης Ησαΐας καλεί τους θεούς των εθνών να έλθουν να λογοδοτήσουν προ του Γιαχβέ και να πουν αν ποτέ είπαν κάποια προφητεία και αυτή να εκπληρώθηκε. Άλλα αυτοί σιωπούν και από αυτό φαίνεται καθαρά ότι αυτοί δεν μπορούν να προφητεύσουν το μέλλον ούτε βεβαίως να προνοήσουν γι’ αυτό. Αντίθετα ο Γιαχβέ προνοεί για τον λαό του στην εξορία και θα εμφανίσει γι’ αυτό τον Κύρο, για τον οποίον όμως οι θεοί των εθνών δεν γνωρίζουν τίποτε. Παραθέτω μια ωραία περικοπή, στην οποία ο προφήτης Ησαΐας παριστάνει τον Γιαχβέ να λέγει στους θεούς των εθνών:

«Παρουσιάστε την υπόθεση, προβάλατε τα επιχειρήματα σας. Πλησιάστε να μας αναγγείλετε τι θα συμβεί· εξηγήστε μας τα όσα έγιναν και πέστε μας την σημασία τους η ανακοινώστε μας τα μέλλοντα, για να παρατηρήσουμε την εξέλιξη τους. Πέστε μας τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον, ώστε να αναγνωρίσουμε ότι είστε αληθινοί θεοί. Κάνετε να έρθει κάποιο καλό ή μία δυστυχία, για να τρομάξουμε και να θαυμάσουμε. Αλλά σεις είστε μηδέν και τα έργα σας είναι τίποτα· είναι εντροπή να σας διαλέγει κάποιος για θεούς του. Όμως Εγώ ξεσήκωσα κάποιον από τον βορρά και θα έρθει από την ανατολή του ηλίου, με το όνομά του τον καλώ. Τους ηγεμόνες θα τους πατήσει σαν το χώμα, όπως ο κεραμοποιός πατάει τον πηλό. Ποιος από σας τα ανήγγειλε όλα αυτά από την αρχή, ώστε να τον αναγνωρίσουμε, και από τα περασμένα χρόνια, ώστε να πούμε "έχει δίκιο"; Όχι, κανείς σας δεν τα ανήγγειλε, κανένας δεν τα διακήρυξε, ούτε άκουσε τα λόγια σας κανένας. Πρώτος Εγώ τα ανήγγειλα στην Σιών και έστειλα στην Ιερουσαλήμ αγγελιαφόρο με τις ειδήσεις τις καλές» (Ησ. 41,21 27).

Όλα τα έθνη λοιπόν πρέπει να αναγνωρίζουν για Θεό τους τον Γιαχβέ, τον μόνο αληθινό Θεό, γιατί αυτός μόνο μπορεί να προαναγγέλλει αυτά που πρόκειται να συμβούν:

«Πλησιάστε, παρουσιάστε την υπόθεση σας, κάνετε συμβούλιο ακόμη μεταξύ σας. Ποιος το ανήγγειλε αυτό από τους παλαιούς χρόνους, ποιος από τότε είχε πει πώς θα συμβεί; Δεν είμαι Εγώ ο Κύριος; Άλλος Θεός εκτός από Μένα δεν υπάρχει, δίκαιος Θεός και λυτρωτής, δεν υπάρχει άλλος εκτός από Μένα» (Ησ. 45,21).

Και αν όλα τα έθνη πρέπει να αναγνωρίσουν τον Γιαχβέ για μόνο αληθινό Θεό, αφού Αυτός μόνο μπορεί να φανερώνει τα όσα πρόκειται να συμβούν, ο Ισραήλ, που είχε από παλαιά να εκπληρώνονται τα όσα είπε ο Θεός του και τώρα μάλιστα που του εξαγγέλλει νέα προφητεία για την σωτηρία του, πρέπει να είναι στερεωμένος με ευγνωμοσύνη στην λατρεία του Θεού του και να μη στρέφεται στα είδωλα. Ο προφήτης Ησαΐας παρουσιάζει τον Γιαχβέ να λέγει στον Ισραήλ:

«Φέρτε στο νου σας έγιναν από πολύ παλαιά, τα πρώτα, γιατί Εγώ είμαι ο Θεός και δεν υπάρχει άλλος εκτός από Μένα Θεός, που να μην έχει όμοιό του. Εγώ από την αρχή φανερώνω το μέλλον και από πριν όσα ακόμη δεν έχουν συμβεί. Λέγω, "το σχέδιο μου θα εκτελεστεί, και όλα όσα επιθυμώ θα τα πραγματοποιήσω". Από την Ανατολή φωνάζω ένα αρπακτικό πουλί (υπαινιγμός αυτό για τον βασιλιά Κύρο), τον άνθρωπο που εκτελεί τα σχέδια μου από την μακρινή την χώρα όπως το είπα, έτσι το πραγματοποιώ το εκτελώ, όπως το έχω σχεδιάσει» (Ησ. 46, 9 - 10).

«Γι’ αυτό σου ανήγγειλα τα γεγονότα από παλαιά, σου τα εγνωστοποίησα πριν να συμβούν, ώστε να μη μπορείς να πεις, "το είδωλό μου το έκανε αυτό, το άγαλμα μου, η χωνευτή μου εικόνα τα διέταξε". Τα έχεις ακούσει όλα αυτά και τώρα τα είδες πραγματοποιημένα· δεν τα παραδέχεσαι;» (Ησ. 48, 5 - 6. Βλέπε και Ησ. 43, 8 - 12. 44, 7. κ.ά. )

δ) Τέλος, οι Προφήτες επετέθησαν εναντίον των ειδώλων, των ανθρωπίνων κατασκευασμάτων των ψεύτικων θεών και τα γελοιοποίησαν, για να θρυμματίσουν την πίστη στους θεούς των ειδώλων. Αυτή η επίθεση των Προφητών γινόταν προ παντός όταν οι Ιουδαίοι ήταν υπό την απειλή των ξένων εθνών, αλλά και όταν είχαν οδηγηθεί στην Βαβυλώνα ως αιχμάλωτοι. Με τον έλεγχό τους αυτόν οι Προφήτες ήθελαν να προφυλάξουν τον λαό του Θεού από τον κίνδυνο της ειδωλολατρίας και να τον κρατήσουν ανεπηρέαστο από τις λαμπρές τελετές και πομπές των ειδώλων. Οι σχετικές αυτές περικοπές των Προφητών, που ομιλούν για την μηδαμινότητα των θεών των εθνών και που γελοιοποιούν τα είδωλά τους, μπορεί πάλι να προσαχθούν και ως μαρτυρίες της Παλαιάς Διαθήκης για την ύπαρξη του Θεού Γιαχβέ και για την ανάδειξη της μεγαλειότητάς του.

Ο Αββακούμ λέγει:

«Τι ωφελεί το είδωλο που έφτιαξε ο τεχνίτης; Η χυτή εικόνα που δίνει ψεύτικο χρησμό;

Πώς μπορεί ο άνθρωπος να έχει εμπιστοσύνη στους άφωνους θεούς, που ο ίδιος κατασκεύασε; Αλλοίμονο σ’ εκείνον που λέει στο ξύλο "ξύπνα" και στο νεκρό λιθάρι "πάρε ζωή!" Μπορεί αυτό να προφητεύσει; Με μάλαμα είναι καλυμμένο και με ασήμι, αλλά καθόλου δεν έχει μέσα του ζωή» (2, 18 - 19).

Ο προφήτης Ιερεμίας ειρωνεύεται και αυτός τα έθνη για τα κατασκευάσματα τους, που τα προσκυνούν ως θεούς και λέγει:

«Κόβουν ένα ξύλο από το δάσος και το επεξεργάζονται οι ξυλουργοί με τον πέλεκυ. Το διακοσμούν με ασήμι και χρυσάφι και το καρφώνουν στερεά με τα σφυριά για να μην κουνιέται. Σαν σκιάχτρο σε αγγουρόκηπο είναι οι θεοί τους δεν μιλούν έχουν ανάγκη να υποβαστάζονται, γιατί δεν μπορούν να βαδίσουν. Μην τους φοβάστε, γιατί δεν μπορεί να κάνουν ούτε κακό ούτε καλό» (10,3-5).

Οι εξόριστοι στην Βαβυλώνα Ιουδαίοι πρέπει να σκεφθούν: Τι μπορεί να μας προσφέρει ένα είδωλο που κατασκεύασε με τον κόπο του ο σιδηρουργός ή το ξύλινο είδωλο, το οποίο κόπηκε από το δέντρο που χρειάζεται βροχή για να αναπτυχθεί και που χρησιμεύει για θέρμανση ή για να ψηθεί το κρέας; Βλέπε Ησ. 44,10 - 17, 46, 6. 7. 40,20.

Χλευαστική πάλι για τα είδωλα των θεών των εθνών είναι η επιστολή του Ιερεμίου, όπως και η ιστορία της άπατης των ιερέων του Βηλ (Δαν. 12). Στον ίδιο σκοπό αποβλέπει και η διήγηση της διασώσεως των τριών παίδων από την κάμινο του πυρός, που αρνήθηκαν να προσκυνήσουν ένα άγαλμα ως θεό (Δαν. 3). Βλέπε επίσης Ψαλμοί 113, 112 - 15. 134,15 -18.

ε) Αλλά πιο αναλυτικά με το θέμα ασχολείται ο συγγραφεύς του βιβλίου της Σοφίας Σολομώντος, γιατί έβλεπε τους ομοεθνείς του να αντιμετωπίζουν τους ίδιους κινδύνους που αντιμετώπισαν παλαιότερα οι πατέρες τους στην Βαβυλώνα. Όμως όχι μόνο για τους Ιουδαίους, αλλά και για τους ειδωλολάτρες εθνικούς ενδιαφέρεται ο συγγραφεύς του βιβλίου, γιατί θέλει να τους κλονίσει την πίστη τους στα είδωλα παριστάνοντάς τους το ανόητο της ειδωλολατρίας.

«Δυστυχισμένοι αυτοί που στηρίζουν την ελπίδα τους σε πράγματα νεκρά! Ονόμασαν θεούς τα ανθρώπινα κατασκευάσματα, δηλαδή τα περίτεχνα χρυσά και ασημένια ομοιώματα ζώων η τα άχρηστα λιθάρια, που τα φιλοτέχνησε κάποιο αρχαίο χέρι» (13,10. Βλέπε και όλη την ενότητα 13,10 -15,17).

Ο ιερός συγγραφεύς στρέφεται όχι μόνο κατά του ειδωλολατρικού πολυθεϊσμού, αλλά και κατά του πανθεϊσμού της Στοάς και κατά της Σκέψης της νέας Ακαδημίας. Γιατί οι οπαδοί τους ναι μεν ηρνούντο τους θεούς ως πρόσωπα, αλλά τους εδέχοντο ως σύμβολα των φυσικών δυνάμεων και των σωμάτων του ουρανού. Ο συγγραφεύς πιστεύει ότι ο άνθρωπος με την λογική του μπορεί, από την τάξη και την ωραιότητα του φυσικού κόσμου, να αναχθεί στην παραδοχή του Δημιουργού Θεού και από τα διάφορα συμβαίνοντα σ’ αυτόν να αναχθεί πάλι στην πρώτη Αιτία που τα προκαλεί· γι’ αυτό και χαρακτηρίζει ως ανόητο αυτόν που δεν πιστεύει στον αληθινό Θεό, αλλά λατρεύει τα κτίσματα και τις δυνάμεις της κτίσεως για θεούς:

«Πράγματι, όλοι όσοι στερούνται την γνώση του Θεού είναι από την φύση τους ανόητοι, γιατί δεν κατόρθωσαν να διακρίνουν τον αληθινό Θεό μέσα από τα υλικά αγαθά, που βλέπουν γύρω τους· δεν αναγνώρισαν τον τεχνίτη από την παρατήρηση των έργων του. Θεώρησαν για κυβερνήτες του κόσμου θεούς όπως την φωτιά, τον άνεμο, τον ανεμοστρόβιλο, τον κύκλο των άστρων, τα ορμητικά νερά και τα’ άστρα του ουρανού. Αν, λοιπόν, γοητεύθηκαν από την ομορφιά όλων αυτών των κτισμάτων και τα θεώρησαν θεούς, ας μάθουν πόσο ωραιότερος από αυτά είναι ο Κύριος! Ο Δημιουργός της ομορφιάς τα έφτιαξε. Κι αν έμειναν εμβρόντητοι από την δύναμη και την λειτουργία των δημιουργημάτων, ας καταλάβουν πόσο δυνατότερος από αυτά είναι Εκείνος που τα δημιούργησε» (13,1 - 4).

Το συμπέρασμα είναι σαφές:

«Από το μέγεθος και την ομορφιά των δημιουργημάτων παίρνουμε την ανάλογη ιδέα για τον Δημιουργό μας» (13,5)2.

Άλλα ο δρόμος για να φθάσουμε στην γνώση του αληθινού Θεού με την σκέψη είναι δύσκολος. Κατά τον συγγραφέα του βιβλίου της Σοφίας Σολομώντος, γι’ αυτούς που ζητώντας να βρουν τον Θεό «ασχολούνται με τα έργα του, τα ερευνούν και γοητεύονται από την εμφάνιση τους, αντικρίζοντας την ομορφιά τους», αλλά έπειτα παθαίνουν ζημιά, γιατί στέκονται στον θαυμασμό των έργων μόνο και δεν προχωρούν περισσότερο για να βρουν τον πραγματικό Δημιουργό τους, αλλ’ αντίθετα χάνονται στον πολυθεϊσμό και τον πανθεϊσμό, η κατηγορία γι’ αυτούς «δεν είναι μεγάλη· γιατί πλανώνται καθώς ειλικρινά ζητούν να βρουν τον Θεό».

Όμως «είναι και αυτοί ένοχοι κατά κάποιον τρόπο, γιατί αν και κατόρθωσαν να μάθουν τόσα, ώστε να μπορούν να ανακαλύπτουν τα μυστικά του κόσμου, δεν ανακάλυψαν πρωτύτερα τον ίδιο τον Κυρίαρχο όλων αυτών» (13, 7. 6, 8 - 9). Η ενοχή όμως των ειδωλολατρών, των προσκυνητών των ειδώλων, είναι μεγαλύτερη (βλέπε 13,10).

Η γνώση του Θεού είναι μία Χάρη που παραχωρείται σ’ αυτούς που Τον αναζητούν ειλικρινά. Ο προφήτης Ιερεμίας παρουσιάζει τον Θεό να λέγει:

«Αν με ζητήσετε, θα με βρείτε, αρκεί να με αναζητήσετε με όλη σας την καρδιά. » (36 [Εβραίους 29], 13).

Και στο βιβλίο των Παροιμιών διαβάζουμε:

«Εγώ, η Σοφία, αγαπώ αυτούς που με αγαπούν, και όλοι με ευρίσκουν όσοι με αναζητούν» (8,17).

Τότε, όταν ο άνθρωπος ειλικρινά ζητάει τον Θεό, ο Θεός έρχεται σ' αυτόν και του αποκαλύπτεται. Η Σοφία Σολομώντος πάλι μας λέγει:

«Βρίσκουν τον Θεό αυτοί που δεν τον προκαλούν, αποκαλύπτεται σ’ αυτούς που τον εμπιστεύονται» (1,2).

 

3. Το ατελές της γνώσεως του Θεού

Όπως το καταλαβαίνουμε, ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη αποκαλυπτόταν κατά διάφορο βαθμό στον καθένα, ανάλογα με την καθαρότητα της ψυχής του. Οι πρωτόπλαστοι Αδάμ και Εύα είχαν πριν από την πτώση τους μεγαλύτερη γνώση του Θεού από αυτήν που είχαν οι απόγονοί τους. Οι Ισραηλίτες είχαν γνώση για τον αληθινό Θεό από την αποκάλυψη βέβαια που δόθηκε σ’ αυτούς από τον Θεό δια μέσου των δικαίων Πατριαρχών και Προφητών ενώ οι μεγάλοι φιλόσοφοι, σαν τον Πλάτωνα, για παράδειγμα, δεν είχαν αυτήν την γνώση του αληθινού Θεού. Και ασφαλώς οι Προφήτες είχαν μία πληρέστερη γνώση περί του Θεού από αυτή που είχε ο Ισραηλιτικός λαός, γιατί τους την απεκάλυπτε ο Θεός αυτήν την πληρέστερη γνώση σ’ αυτούς τους δούλους του (βλέπε Αμώς 3, 7). Και όσο περνούσαν τα χρόνια και ο Θεός έδινε στους Προφήτες του περισσότερες αποκαλύψεις περί του Εαυτού Του και αυτοί έπειτα τις κήρυτταν στον λαό, γινόταν και σ' αυτόν τον λαό πληρέστερη η γνώση του Θεού από όσο πριν. Όσο όμως και αν γίνεται μεγαλύτερη η γνώση του Θεού στους ανθρώπους, πάντοτε έχει ένα όριο· δεν είναι πλήρης γνώση, γιατί δεν μπορεί ποτέ να εξιχνιαστεί και να κατανοηθεί ο Θεός από τους ανθρώπους. Η αλήθεια αυτή λέγεται σε όλη την Αγία Γραφή και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Ο Ησαΐας λέγει: «Η σοφία του Θεού είναι ανεξερεύνητη» (40, 28). Βλέπε Και Ψαλμοί 144, 3. Και το βιβλίο του Ιώβ το λέγει καθαρά: Απρόσιτος (= ακατάληπτος) είναι σε μας ο Παντοδύναμος» (37,23). Και άλλου πάλι το ίδιο βιβλίο μας επιπλήττει λέγοντας:

«Νομίζεις ότι μπορεί να νοήσεις τα βάθη του Θεού, να εξιχνιάσεις τα μυστικά του Παντοδύναμου; Είναι ψηλότερα και από τον ουρανό· σαν τι μπορείς να κάνεις; Και είναι πιο βαθιά από τον Άδη· τι μπορείς να μάθεις; Σε έκταση ξεπερνούν την γη και είναι πλατύτερα από την θάλασσα. » (Ιώβ 11,7-9).

Ο Ιώβ πάλι ομολογεί ότι ήδη και αυτά τα φαινόμενα της φύσεως είναι ακατανόητα στους ανθρώπους, τα οποία όμως είναι μία αδύνατη αποκάλυψη του μεγαλείου του Θεού. Και αν αυτά της φύσεως τα φαινόμενα είναι ακατάληπτα, πόσο ακατάληπτος είναι ο Δημιουργός όλων, ο Θεός! Παραθέτουμε μία περικοπή:

«Αυτός (ο Θεός) απλώνει πάνω από τον κενό τον ουρανό και κρεμάει την γη πάνω από το τίποτα. Κλείνει μέσα στα νέφη την βροχή και δεν τα αφήνει να φοβηθούν από το βάρος της. Τον θρόνο του τον σκεπάζει με πικρά μαύρα σύννεφα, με τρόπο που να μη μπορεί να τον δει κανένας. Χάραξε κύκλο γύρω στην επιφάνεια της θάλασσας, και έτσι έβαλε όρια ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Τρέμουν οι στύλοι του ουρανού και συγκλονίζονται από τις απειλές του. Με την ισχύ του υπέταξε την θάλασσα και συνέτριψε την Ραάβ με την αξιωσύνη του. Με την δική του την πνοή καθάρισαν οι ουρανοί και με το δικό του χέρι εξόντωσε το συστρεφόμενο φίδι. Όμως αυτά δεν είναι παρά ελάχιστα από τα μεγάλα έργα του, που την ηχώ τους μόνο ακούσαμε αμυδρά. Το πραγματικό όμως μέγεθος της δύναμης του ποιος θα μπορέσει να το χωρέσει στο νου του;» (Ιώβ 26, 7 - 14).

Παραθέτουμε και μερικά άλλα σχετικά χωρία:

«Πράγματι, Εσύ είσαι Θεός που κρύβεσαι, Θεέ του Ισραήλ και λυτρωτή». (Ησ. 45. 15).

«Δεν μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει το έργο τον Θεού από την αρχή μέχρι το τέλος» (Εκκλ. 3,11).

«Αυτός (ο Θεός) είναι ο Μέγας και υπέρτερος από όλα τα έργα του. Ποιος τον είδε ποτέ για να μπορέσει να τον περιγράψει; Και ποιος μπορεί να τον δοξάσει επάξια:» (Σοφία Σειράχ 43, 28).

Ακόμη και αν ο ίδιος ο Θεός εμφανισθεί σε ένα πρόσωπο, όπως στον Αβραάμ (Γεν. 18,1 και εξής) και στους Προφήτες (Ησ. 6. Ιεζ. 1. Δαν. 7, 9), δεν θα μπορέσει ποτέ το πρόσωπο αυτό να αποκτήσει μία τέλεια γνώση του Θεού. Ο Μωυσής ήταν ο ανώτερος των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και η Εκκλησία μας τον καλεί «θεόπτη». Με αυτόν μίλησε ο Θεός διαφορετικά από ό,τι μίλησε με τους άλλους Προφήτες· με αυτόν μίλησε «ενώπιος ενωπίω, ως ει τις λαλήσει προς τον εαυτού φίλον» (Έξοδος 33, 11). Μίλησε «στόμα κατά στόμα, εν είδει και ού δι αινιγμάτων» και ο Μωυσής «την δόξα Κυρίου είδε» (Αριθμ. 12, 7. 8). Και όπως λέγει το βιβλίο του Δευτερονομίου «ουκ ανέστη έτι προφήτης εν Ισραήλ ως Μωυσής, αν έγνω Κύριος αυτόν πρόσωπον κατά πρόσωπον» (Δευτερονόμιο 34,10). Πώς όμως νοούνται αυτές οι φράσεις φαίνεται από τα όσα λέγονται στις περικοπές Έξοδος 33, 18 - 23. 34, 5 - 10, για τις οποίες μιλάμε παρακάτω.

Ο Μωυσής παρεκάλεσε τον Θεό να του φανερώσει την δόξα του: Εμφάνισόν μοι σεαυτόν»! (Έξοδος 33, 18). Αλλά ο Θεός του είπε ότι δεν μπορεί κανείς να δει το «Πρόσωπό» του, γιατί θα πεθάνει. Γι’ αυτό θα δει μόνο τα οπίσθιά του: «Και είπεν (ο Θεός)· Ου δυνήση ιδείν το πρόσωπόν μου· ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπον μου και ζήσεται… Όψει τα οπίσω μου, το δε πρόσωπόν μου ουκ οφθήσεταί σοι"» (Έξοδος 33, 20)! Ο Μωυσής, αφού ζήτησε από τον Θεό με πολύ πόθο να γνωρίσει περισσότερα γι’ Αυτόν, ο Θεός του εκπλήρωσε την επιθυμία του αυτή, όσο όμως μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τον Θεό. Γι’ αυτό και του είπε ο Θεός «όψει τα οπίσω μου, το δε πρόσωπόν μου ουκ οφθήσεταί σοι». «Πρόσωπο» του Θεού, που δεν μπορεί ο άνθρωπος να δει, είναι η Ουσία του Θεού, η οποία παραμένει απρόσιτη στον άνθρωπο και στον πιο άγιο και σ' αυτά τα αγγελικά Σεραφείμ. Τα «οπίσω» του Θεού, που μόνο μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος, είναι, κατά την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι Θείες Ενέργειες, δια μέσου των οποίων αποκαλύπτεται και δρα ο Θεός3. Η γνώση μας για τον Θεό είναι ακριβώς έτσι όπως μας το λέγει παραστατικά η Καινή Διαθήκη «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» (Α' Κορινθίους 13, 12). Βλέπουμε δηλαδή σαν σε μετάλλινο καθρέφτη θαμπά και ατελώς, ώστε να μας μένουν πολλά αινίγματα, γιατί ο Θεός είναι «φως οίκων απρόσιτον (= φως, που δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει), αν είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται» (Α' Τιμ. 6,16). Στους δικαίους όμως, ως αμοιβή για την τελειότητά τους, ως «μισθόν οσιότητος», ως «γέρας ψυχών αμώμων», όπως το λέγει η Σοφία Σολομώντος (2, 22), θα δοθεί στην πέρα από τον θάνατο ζωή μία τελειότερη από όση είναι δυνατόν στην παρούσα ζωή γνώση του Θεού. Οι δίκαιοι, όπως λέγει το ίδιο βιβλίο, «θα λάβουν από το χέρι του Κυρίου το στέμμα το λαμπρό, για να βασιλεύσουν δοξασμένοι» (5, 16). Και ο Απόστολος Παύλος, ενώ στην παρούσα ζωή είπε ότι γνωρίζουμε «δι εσόπτρου εν αινίγματι» (Α' Κορινθίους 13, 12), στον ίδιο στίχο λέγει ότι «τότε», στην άλλη δηλαδή ζωή, οι δίκαιοι θα βλέπουν τον Θεό «πρόσωπον προς πρόσωπον»!

 

4. Υποθέσεις για την προέλευση της πίστεως στον Θεό στην Παλαιά Διαθήκη

Είπαμε από την αρχή ότι τα όσα μας λέγει η Παλαιά Διαθήκη για τον Θεό προέρχονται από θείες αποκαλύψεις, που από παλαιά έκανε ο Θεός στον άνθρωπο, όπως αυτό μας το λέγει καθαρά στην αρχή της η προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Μερικοί όμως ερευνητές, που δεν δέχονται αυτή την θεία αποκάλυψη του Ισραήλ, θέλουν την πίστη της Παλαιάς Διαθήκης προς τον Θεό να την εξηγήσουν ότι προήλθε εξελικτικά από χαμηλότερα θρησκευτικά επίπεδα πολυθεϊσμού, ή ότι προήλθε από ένα μονοθεϊστικό ένστικτο των Σημιτών ή ότι, τέλος πάντων, είναι δάνειο από τον γύρω κόσμο.

Εδώ θα μνημονεύσουμε πρώτον τον Wellhausen και την σχολή του, η οποία ισχυρίζεται ότι η προμωσαϊκή θρησκεία του Ισραήλ ήταν η λεγόμενη θρησκεία της ερήμου (Wüstenreligion, Beduinenreligion), ήταν δηλαδή ανιμισμός με μορφή πολυδαιμονισμού ή τοτεμισμού ή προγονολατρίας και φετιχισμού, ή κράμα όλων αυτών, όπως τέτοια θρησκεία είχαν και άλλες σημιτικές φυλές κατά τους πανάρχαιους χρόνους. Και ακόμη λέγει ο Wellhausen ότι αυτή η ανάμικτη θρησκεία του πρώτου Ισραήλ δια του Μωυσέως ανυψώθηκε σε ενοθεΐα ή μονολατρία, με την μορφή της λατρείας του Γιαχβέ (του τοπικού τάχα Θεού του Σινά, του Θεού των Κενιτών), τον οποίον ο Μωυσής ανεκήρυξε σε εθνικό Θεό και αποκλειστικό προστάτη των Ισραηλιτικών φυλών. Ως αντίκρουση της θεωρίας του Wellhausen των παραπάνω μόνο δύο σημείων της γράφουμε τα εξής σύντομα και απλά4:

α) Οι νέες έρευνες στην περιοχή της παλαιάς Ανατολής (Μικρασίας, Ασσυρίας, Βαβυλωνίας, Παλαιστίνης, Σιναϊτικής Χερσονήσου, Αιγύπτου κ. λπ.) απέδειξαν ότι ναι μεν οι θρησκείες των χωρών της περιοχής αυτής ήταν πολυθεϊσμός (αστρολατρία, προσωποποίηση των δυνάμεων της φύσεως), αλλά ο πολυθεϊσμός τους ολοέν και χειροτέρευε με την συνεχή προσθήκη νέων θεών. Ο Wellhausen όμως, αντίθετα, λέγει, όπως είπαμε, για την ανάμικτη δήθεν πολυθεϊστική θρησκεία του Ισραήλ, ότι αυτή από τον πολυθεϊσμό ανυψώθηκε δια του Μωυσέως σε ενοθεΐα και μονολατρία, με την μορφή της λατρείας του Γιαχβέ.

β) Αλλά και πάλι οι έρευνες καθιστούν ως πολύ πιθανόν αυτό που λέγει και η Παλαιά Διαθήκη, ότι η πρωταρχική μορφή της θρησκείας της ανθρωπότητος και άρα και των Σημιτών, από τους οποίους προέρχεται ο Ισραήλ ήταν η μονοθεΐα· αντίθετα ο Wellhausen με την σχολή του δέχεται την πολυθεΐα ως την πρωταρχική μορφή θρησκείας, και την θρησκευτική πάλι κατάσταση των λαών της παλαιάς Ανατολής κατά την προμωσαϊκή περίοδο την δέχεται ως πολύ χαμηλή. Με τις αρχαιολογικές όμως και θρησκειολογικές έρευνες αποδείχθηκε ότι ήδη περί το 2000 π. Χ. στην Βαβυλώνα η αστρολογική της πολυθεΐα είχε μοναρχικό χαρακτήρα - στην Αίγυπτο ήταν γνωστός ύψιστος θεός - και η νοτιοαραβική θρησκεία, ήδη κατά τους πρώτους ιστορικούς χρόνους, έφερε μονοθεϊστικό χαρακτήρα, αλλά και αργότερα, κατά την κατάπτωσή της δεν ήταν μία θρησκεία της ερήμου, όπως την φαντάστηκε ο Wellhausen και οι περί αυτόν.

γ) Ανεπίτρεπτο πάλι είναι το να ισοπεδώνει και να εξισώνει ο Wellhausen τον Ισραήλ εθνολογικά και θρησκειολογικά με τους άλλους γειτονικούς του λαούς. Έτσι παραγνωρίζει τελείως την εντελώς ιδιότυπη και μοναδική στην ιστορία των παλαιών θρησκειών θρησκευτική εξέλιξη του Ισραήλ, η οποία ερμηνεύεται μόνο με το να παραδεχθούμε την υπερφυσική στον λαό αυτό επίδραση, να δεχθούμε δηλαδή την θεία αποκάλυψη σ' αυτόν.

δ) Το ότι παρατηρούνται κάποια ίχνη φετιχισμού, τοτεμισμού, ανιμισμού κ.ά. Στην Ισραηλιτική θρησκεία, αυτό δεν σημαίνει ότι η θρησκεία αυτή ήταν τοιαύτη από την αρχή, κράμα δηλαδή των θρησκειών αυτών, όπως ισχυρίζεται ο Wellhausen, αλλά το πράγμα ερμηνεύεται από την επίδραση των Χαναναίων ή άλλων γειτόνων προς το Ισραήλ λαών γι’ αυτό και οι Προφήτες ελέγχουν τα ξένα αυτά στοιχεία και αγωνίζονται για την καθαρότητα της θρησκείας του Γιαχβέ, όπως δόθηκε στον Ισραήλ από την αρχή.

ε) Ο Ισχυρισμός του Wellhausen, ότι τάχα η θρησκεία του προμωσαϊκού Ισραήλ ήταν κράμα ξένων στοιχείων και ότι αργότερα δια του Μωυσέως έγινε μονοθεΐα, ελέγχεται ως ψευδής με το απλό επιχείρημα, ότι ο Μωυσής έχει την συνείδηση ότι ο Θεός, για τον οποίον ομιλεί στους Ισραηλίτες, δεν είναι νέος Θεός, αλλά είναι ο Θεός των πατέρων τους (Έξοδος 3, 6. 13), ότι είναι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ (Έξοδος 3, 6. 13, 15, 16).

Δεύτερον, σ' αυτούς που δεν δέχονται από την αρχή την μονοθεΐα στο Ισραήλ, θα αναφέρουμε τον Α. Alt 5, ο οποίος ξεκινώντας από το ότι ο Θεός στις βιβλικές διηγήσεις χαρακτηρίζεται άλλοτε ως «Θεός του Αβραάμ» (Γεν. 24, 12. 26, 24. 27, 42. 28, 13. 31, 42), άλλοτε ως «Θεός του Ισαάκ» (Γεν. 27,20. 28,13. 31,5. 42. 41,1. 3) η ως «ο φόβος του Ισαάκ» (Γεν. 31, 42. 53) και άλλοτε ως ο «Δυνάστης του Ιακώβ» (Γεν. 49, 24) και άλλοτε πάλι χαρακτηρίζεται ως «Θεός των πατέρων Αβραάμ και Ισαάκ» (Γεν. 32, 9. 48, 15) η «Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ» (Έξοδος 3, 6), είπε ότι: Στην αρχή ήταν τρεις Θεοί, που την λατρεία τους την ίδρυσαν οι τρεις Πατριάρχες, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ. Με την παρέλευση όμως του χρόνου και την ανάπτυξη της εννοίας της εθνικής ενότητας οι τρεις Θεοί, που λάτρευαν οι φυλές οι συγκεντρωμένες γύρω από κάθε Πατριάρχη, συνηνώθησαν σε ένα Θεό, τον «Θεόν των πατέρων Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ», ο οποίος τελικά ταυτίστηκε με τον Γιαχβέ του Μωυσέως, οπότε και επιτεύχθηκε η εθνική ενότητα του Ισραήλ. Η θεωρία αυτή του Alt τονίζει βέβαια ότι ο Θεός των Πατέρων είναι διάφορος από τους θεούς της Παλαιστίνης και δέχεται ορθώς, πάλι, ότι ο Θεός έγινε συνειδητός στους Πατριάρχες με αποκάλυψη, αλλά σφάλλει στο ότι δέχεται τρεις διαφόρους θεούς. Ο ιδικός μας Βέλλας λέγει αντικρούοντας τον Alt: Ουδαμού της Γενέσεως οι υποτιθέμενοι τρεις ούτοι Θεοί διαστέλλονται αλλήλων, αλλά τουναντίον συνταυτίζονται (παράβαλλε Γεν. 28, 13. 46, 3. 48, 15). Ουδαμού παρουσιάζονται οι Πατριάρχαι έχοντες την συναίσθησιν ότι ο Θεός εκάστου είναι διάφορος του Θεού του ετέρου. Ο Θεός των Πατριαρχών είναι είς. Η ονομασία "Θεός των Πατέρων Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ" δεικνύει την ενότητα της παραδόσεως του αυτού Θεού, την ενότητα της πίστεως εις τον αυτόν Θεόν, ότι δηλαδή "ο Θεός του Ισαάκ και Ιακώβ" δεν είναι διάφορος του Θεού του Αβραάμ. Ακόμη και αν δεχθή τις ότι η διαφορά της ονομασίας του Θεού προέρχεται εκ του διαμερισμού των Ισραηλιτικών φυλών περί τους τρεις Πατριάρχας, τούτο δεν δηλοί αναγκαίως και διαφοράν Θεών6. Ίσως ακόμη και οι χαρακτηρισμοί "ο φόβος του Ισαάκ" ή "ο ισχυρός του Ιακώβ" να επιδιώκουν να παραστήσουν ουχί το διάφορον των Θεών αλλά ωρισμένας ιδιότητας του Θεού. Ορθώς δε ο Ο. Procksch τονίζει7 ότι η κοινή υπό των Πατριαρχών χρησιμοποίησις του ιερού της Βεερσεβά8, η παραμονή εν αυτώ των Πατριαρχών και ο αυτός πάντοτε χαρακτήρ του Θεού του Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ ομιλούν κατά της υποθέσεως του Α. Alt»9.

Τρίτον, σ' αυτούς που δεν δέχονται την θεία αποκάλυψη στο Ισραήλ, θα πρέπει να προσθέσουμε και αυτούς που ισχυρίζονται ότι ο μονοθεϊσμός στο Ισραήλ είναι συνέπεια μιας ιδιαίτερης φυλετικής ροπής των Σημιτών. Κατ' αυτούς η τάση προς την μονοθεΐα ήταν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Σημιτών. Όμως αυτό δεν μπορεί να ισχύει, γιατί εκτός από τους Ισραηλίτες, οι άλλοι Σημίτες δεν ήταν καθόλου μονοθεϊστές. Οι θεοί των Βαβυλωνίων και των Ασσυρίων ήταν πάρα πολλοί, όπως επίσης και οι θεοί των Χαναναίων, Μωαβιτών, Αμμωνιτών, Εδωμιτών και Φοινίκων (Ras Shamra). Αν σ' αυτούς τους λαούς υπήρχε η φυλετική ροπή προς την μονοθεΐα, τότε θα έπρεπε τουλάχιστον αυτοί με την επαφή τους με τον Ισραήλ και με την γνωριμία τους με την Ισραηλιτική θρησκεία να είχαν στραφεί σύντομα στον μονοθεϊσμό.

Τέταρτον, πρέπει να πούμε ότι κάποιοι υπέθεσαν ότι ο Ισραήλ παρέλαβε τον μονοθεϊσμό από κάπου άλλου. Κι αυτή όμως η υπόθεση κρίνεται ως άτοπη, γιατί οι γειτονικοί λαοί δεν ήταν μονοθεϊστές.

 

Σημειώσεις


1. Ο Ed. Koenig στο έργο του Theologie des Alten Testaments, σ. 113, νομίζει ότι ευρίσκει στην Παλαιά Διαθήκη κείμενα χρησιμεύοντα για κοσμολογική (Ησ. 40, 21. Ψαλμοί 19, 2. 29, 1), για θεολογική (Ψαλμοί 8, 5 - 7. Ιερ. 14, 22. Ψαλμοί 103, 24 β) και για ηθική (Γεν. 31, 42 β. Ψαλμοί 94, 10) απόδειξη της υπάρξεως του Θεού. Η παράθεση από έργο του Ermond Jacob, Theologie de l’ Ancien Testament, σ. 28.

2. Επί του χωρίου αυτού φαίνεται στηρίζεται ο Απόστολος Παύλος όταν ομιλώντας για την μωρία της ειδωλολατρίας λέγει: «Τα αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται, ή τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης» (Ρωμαίους 1,20).

3. Βλέπε Π. Χ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου MPG. 56,416. 417.

4. Κονιορτοποίηση της θεωρίας του Wellhausen θα βρει ο ενδιαφερόμενος στο τιτάνειο έργο του μακαριστού σοφού Καθηγητού μας Παναγιώτου Μπρατσιώτου, Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην, Εν Αθήναις 1993, σσ. 22 - 26. 99 - 141.

5. Der Gott der Väter 1929.

6. Παράβαλλε και Α. Lods, The Religion of Israel (εν Record and Revelation 1938. A. 201).

7. O. Procksch, Theologie des Α. Τ., 1950, σ. 56.

8. Γεν. 21, 33. 26, 33 και εξής 46,1 και εξής

9. Β. Βέλλα, Θρησκευτικαί Προσωπικότητες της Π. Δ…. , τόμ. Α', Αθήναι 1957, σ. 41 - 42.

Δημιουργία αρχείου: 13-10-2008.

Τελευταία ενημέρωση: 13-10-2008.

ΕΠΑΝΩ