Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Επιστροφή στην Κεντρική σελίδα

Μελέτες στη Γένεση

Εμφύσημα είναι το Άγιο Πνεύμα // Η πτώση τών πρωτοπλάστων // Οι δύο αναστάσεις // Συγκρίσεις τής ψυχής // Αγίου Ειρηναίου τής Λυών: Πώς ο κατ' εικόνα τού Θεού άνθρωπος γίνεται καθ' ομοίωσιν εν Αγίω Πνεύματι // Το Άγιον Πνεύμα ως "συστατικό" τού Ανθρώπου Βιβλιοπαρουσίαση // Μαρτυρίες αγίων Πατέρων, περί τού εμφυσήματος τού Αγίου Πνεύματος στον Αδάμ, μαζί με τη βιολογική δημιουργία του

Το "εμφύσημα" στο "πρόσωπο" του Αδάμ

΄

Ένα "κακοποιημένο" θέμα μεταξύ τών μη Ορθοδόξων, είναι η φύση τού "εμφυσήματος" τού Θεού στον Αδάμ. Κάποιοι λένε ότι είναι "η απλή ανάσα", άλλοι ότι είναι "η ψυχή", άλλοι "το ανθρώπινο πνεύμα" και άλλοι "μόνο η βιολογική ζωή". Φυσικά η διαχρονική θέση τής Εκκλησίας είναι ότι ο Θεός εμφύσησε στον Αδάμ το Άγιο Πνεύμα (δηλαδή τις άκτιστες ενέργειες του Πνεύματος, ζωοποιόντας τον έτσι και βιολογικά ως ψυχοσωματική ενότητα ομοχρόνως αλλά και πνευματικά, καθιστώντας τον έτσι ψυχή ζώσα καθ’ ομοίωσιν του Θεού).

 

1. "Κατ' εικόνα", "καθ' ομοίωσιν" και Άγιο Πνεύμα

Το θέμα αυτό, συνδέεται με άλλο ένα σπουδαίο ζήτημα: την έννοια τού "κατ' εικόνα" και του "καθ' ομοιωσιν". Πριν πούμε περισσότερα για το εμφύσημα, ας δούμε πρώτα μερικά πράγματα για τις έννοιες αυτές.

Τη στιγμή που ο Αδάμ λαμβάνει το Άγιο Πνεύμα, γίνεται ο πρώτος άνθρωπος που εισέρχεται στην πορεία τού «καθ’ ομοίωσιν», καθώς το «καθ’ ομοίωσιν» είναι πορεία. Ο Αδάμ τότε εισέρχεται στην κατάπαυση του Θεού, ή αλλιώς στην 7η δημιουργική ημέρα.

Διδασκαλία πολλών Πατέρων, όπως του Αγίου Ειρηναίου, είναι ότι το "κατ’ εικόνα" και "καθ’ ομοίωσιν" είναι η ομοιότητα τής αθανασίας τού Θεού που δόθηκε κατά χάριν στον άνθρωπο με τη λήψη τού Αγίου Πνεύματος.

Πράγματι, από τη στιγμή που στον Αδάμ δόθηκε το Άγιο Πνεύμα, ο Αδάμ ήταν σε κατάσταση αθωότητος και αγνότητος και είχε τη δυνατότητα να παραμείνει για πάντα όμοιος με το Θεό, μετέχοντας στη δική Του αθανασία, τόσο πνευματικά όσο και σωματικά.  Όσο λοιπόν ο Αδάμ παρέμεινε σε αυτό το "αρχαίο κάλος", εξακολουθούσε να είναι μέτοχος αυτής τής "ομοιότητος", αν και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα "τέλειος".

Όταν έχασε λοιπόν το Άγιο Πνεύμα, το αρχαίο κάλος έπαψε, και έχασε τη μετοχή τής αθανασίας τού Θεού.  Με την πίστη όμως στον ερχομό τού Ιησού Χριστού ως υποσχεμένου σπέρματος, δεν έχασε τη δυνατότητα να ξαναλάβει το Άγιο Πνεύμα κάποτε στο μέλλον, και με αυτή την άποψη δεν έχασε και το "κατ’ εικόνα", το οποίο ήταν πλέον η δυνατότητα (το «δυνάμει») να γίνει "όμοιος" με το Θεό (τέλειος, και συνεπώς, κατά χάριν αθάνατος).

Στην αρχή δηλαδή[1], ο Αδάμ είχε τη δυνατότητα να ζήσει για πάντα κατά την ομοίωση τού Θεού· μετά την αμαρτία του όμως, είχε ακόμα τη δυνατότητα να ζήσει για πάντα αλλά μέσω τού Ιησού Χριστού.

Οι διαφορετικές διατυπώσεις τών Πατέρων επί του θέματος δεν συνεπάγονται αντίφαση μεταξύ τους αλλά αλληλοσυμπλήρωση πάνω  σε διαφορετικές παραμέτρους τού ζητήματος, δίνοντάς μας με αυτό τον τρόπο την πλήρη διάσταση τού ζητήματος τής σωτηρίας.

Συνοπτικά, έχουμε:

 

Το κατ' εικόνα, είναι η δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος ως ελεύθερο και νοήμον πλάσμα, να ομοιάσει με τον Θεό.
Το καθ' ομοίωσιν όμως, είναι η πορεία επίτευξης αυτής τής ομοίωσης, που επιτυγχάνεται μόνο με τη συνέργεια τού ανθρώπου και τού Αγίου Πνεύματος.

 

2. Οι δύο "φάσεις" τής δημιουργίας

Προηγουμένως αναφέραμε ότι η "πνοή" που "ενεφύσησε" ο Θεός στον άνθρωπο δεν ήταν απλά η ανάσα αλλά το Άγιο Πνεύμα.  Αυτό δεν είναι αυθαίρετο, αλλά είναι η Ορθόδοξη ερμηνεία για το χωρίο 2:7 της δεύτερης ανθρωπολογικής διήγησης της Γενέσεως.

Μία εξαιρετική παρουσίαση τής Χριστιανικής διδασκαλίας για τους πρωτοπλάστους, κάνει ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης στο βιβλίο του Το προπατορικό αμάρτημα, όπου υπάρχουν καταγεγραμμένες οι θέσεις τής Εκκλησίας για ένα πλήθος συναφών θεμάτων.  Λόγω τής ευχρηστίας και σοβαρότητος τού βιβλίου αυτού, καθώς και τού πλήθους τών Αγιογραφικών και Πατερικών χωρίων που περιέχει, παραπέμπουμε τον αναγνώστη στις σελίδες που παραθέτουμε στη συνέχεια για πλήθος θεμάτων, όπως τα παρακάτω:

Η ζωοποίησις είναι η λήψη τού Αγίου Πνεύματος.  Ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα και καθ’ομοίωσιν μόνο όταν έχει το Άγιο Πνεύμα. Με το βάπτισμα, λαμβάνεται το Άγιο Πνεύμα, επαναφέροντας τον άνθρωπο στην προ-πτωτική καθαρή κατάσταση τού Αδάμ (Πράξεις 2:38).  Όπου είναι το Πνεύμα τού Πατρός, εκεί υπάρχει ζωντανός άνθρωπος. Προορισμός τού ανθρώπου είναι η τελειότητα, ξεκινώντας από νηπιακή κατάσταση. Η ψυχή είναι φύσει θνητή αλλά χάριτι αθάνατη  ("Το προπατορικό αμάρτημα" (έκδοσις 1957), Αθήνα 1957, σελ. 85, 97, 101, 116, 119, 133 - 140, 146 κλπ).

Σε αυτές τις σελίδες, μεταξύ άλλων, ο αναγνώστης μπορεί να βρει τα λόγια Πατέρων, όπως των Αγίου Ειρηναίου, Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Τατιανού, Μεγάλου Αθανασίου και άλλων, που τονίζουν ότι το υπό εξέτασιν εδάφιο Γένεσις 2:7 δεν μιλάει για απλή πνοή μόνο (αλλιώς θα έπρεπε να πούμε ότι ο Θεός έπλασε τον θάνατο), αλλά για τη λήψη τού Αγίου Πνεύματος.

Ας δούμε λοιπόν πώς το εξεταζόμενο εδάφιο εμφανίζεται στη μετάφραση των Εβδομήκοντα και στο Μασορετικό Εβραϊκό κείμενο:

Ο΄: Γένεσις 2/β΄ 7.

"Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από τής γης και ενεφύσισεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν."

Εβραϊκό (Βάμβας): Γένεσις 2/β΄ 7.

"Και έπλασε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον από χώματος εκ τής γης.  Και ανεφύσησεν εις τους μυκτήρας αυτού πνοήν ζωής, και έγεινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν".

Στα κείμενα αυτά, η λέξη που στη μετάφραση των Εβδομήκοντα αποδίδεται ως "πλάθω", στο Εβραϊκό είναι "γιάτσερ".  Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται κυρίως για να τονίσει την κατασκευή, όπως φαίνεται και από άλλα χωρία τής Αγίας Γραφής (Ψαλμός 93/94: 9. 94/95: 5 κ.ο.κ.).

Είναι όμως ενδιαφέρον ότι και τα δύο κείμενα μιλούν για δύο διακεκριμένα γεγονότα, χωρίς να λένε ότι αυτά έγιναν ταυτόχρονα[2].

Το ένα γεγονός είναι ότι ο Θεός έπλασε τον Αδάμ/άνθρωπο από συστατικά τής γης.

Το δεύτερο γεγονός είναι ότι ο Θεός ζωοποίησε τον Αδάμ/άνθρωπο με την "πνοή ζωής" και τον κατέστησε ζωντανή ψυχή.

Πουθενά δεν αναφέρεται ότι τα γεγονότα αυτά συνέβησαν μαζί.  Η διατύπωση δείχνει ότι θα μπορούσε κάλλιστα να υπάρχει ήδη ο Αδάμ για καιρό πριν και ο Θεός με την πνοή του να τον ζωοποίησε μετά, (αν και κάτι τέτοιο δεν συνέβη για τον Αδάμ)[3].

Μα είναι δυνατόν να υπήρχε ο Αδάμ από πριν, και να μην ήταν ζωντανός, εφ’ όσον το εδάφιο λέει ότι ο Θεός ενεφύσησε πνοή ζωής, "και έγινε ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν";

Εδώ ίσως βρίσκεται η μεγάλη παρανόηση, που εμποδίζει τη σωστή ερμηνεία τού εδαφίου.  Τα ερωτήματα (στα οποία δεν θα απαντήσουμε εδώ, αλλά θα κάνουμε μόνο μια μικρή εισαγωγή) είναι:

Με ποιο τρόπο ο Θεός ζωοποίησε τον Αδάμ;  Μιλάει το εδάφιο για τη φυσική ζωή ή την πνευματική ζωή· ή και για τις δύο;  Πώς περιγράφεται στην Αγία Γραφή η δημιουργία τού Αδάμ/ανθρώπου;  Μπορεί η Γένεση να εννοεί απλά ότι ο Αδάμ/άνθρωπος αποτελείται από υλικά τής γης και όχι ότι κατασκευάστηκε εκείνη τη στιγμή το σώμα του λίγο πριν ζωοποιηθεί[4] (με όποια έννοια ισχύει αυτή η λέξη);

Ναι, μπορεί η αφήγηση να μιλάει μόνο για τη σύσταση τού Αδάμ/ανθρώπου και να μην εννοεί ότι κατασκευάστηκε εκείνη τη στιγμή. Ωστόσο, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε για ποιούς μιλάμε: για τον Αδάμ ειδικά ή για όλη την ανθρωπότητα; Επίσης πρέπει να ξεκαθαρίσουμε για ποιανού τη ζωοποίηση μιλάμε κάθε φορά αλλά και για τι είδους ζωοποίηση μιλάμε (βιολογική ή πνευματική).

Θα ξεκινήσουμε λοιπόν πρώτα με κάτι σχετικό με τη λέξη "άνθρωπος".

Στα εβραϊκά που γράφτηκε η Γένεσις, η λέξη "άνθρωπος" είναι "αδάμ" και σημαίνει "χωμάτινος". Η ίδια λέξη χρησιμοποιείται για το όνομα τού "Αδάμ", τού πρώτου ανθρώπου.  Έτσι, όταν στη Γένεση συναντούμε τη λέξη "αδάμ", αυτή μπορεί να σημαίνει τον "άνθρωπο", τον "χωμάτινο", τον "Αδάμ", ή ακόμα και τους απογόνους τού Αδάμ (κατά τον ίδιο τρόπο που με τη λέξη Ισραήλ εννοούμε και τους απογόνους τού προπάτορά τους, του Ισραήλ).

Πρέπει λοιπόν κάθε φορά που συναντάμε τη λέξη, να εντοπίζουμε σε ποιόν αναφέρεται: στον Αδάμ ή στον «άνθρωπο» ως ανθρωπότητα γενικά;

Ας θυμηθούμε το χωρίο Γένεσις 1:26-27 της πρώτης ανθρωπολογικής αφήγησης:

"Και είπεν ο Θεός: Ας κάνουμε (ασάχ) άνθρωπο (αδάμ), κατά την εικόνα και την ομοίωσή Μας".

Η έμφαση εδώ δίνεται στο ότι ο Θεός κάνει έναν "γήινο" ή "χωμάτινο" να είναι "εικόνα" Του.  Η λέξη "ποιώ" τού Ελληνικού κειμένου, στα Εβραϊκά είναι "ασά(χ)"· η ίδια λέξη που χρησιμοποιείται στο Γένεσις 1:16 και που δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην την εξ αρχής δημιουργία εκείνη τη στιγμή.  Συνεπώς, το εδάφιο αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι τον δημιούργησε τη στιγμή εκείνη, αλλά μπορεί να σημαίνει τη διαμόρφωση ενός ήδη προϋπάρχοντος χωμάτινου πλάσματος σε ομοίωση Θεού.

Στη συνέχεια, στο αμέσως επόμενο εδάφιο, χρησιμοποιείται μία άλλη εβραϊκή λέξη με την έννοια "ποιώ", εναλλακτικά της λέξης "ασάχ" που είδαμε πιο πάνω.  Είναι η λέξη "μπαρά", που χρησιμοποιείται στο Γένεσις 1:1, και που δε σημαίνει ούτε αυτή κατ’ ανάγκην την εξ αρχής δημιουργία, αλλά μπορεί και αυτή να σημαίνει τη διαμόρφωση.

 

Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Θεός τον ονόμασε "Αδάμ" (Χωμάτινο)· θέλοντας με αυτό τον χαρακτηρισμό να δείξει ότι με το Άγιο Πνεύμα Του διαμόρφωσε ένα χωμάτινο πλάσμα ως "θεό κατά χάριν", "όμοιο" με τον εαυτό Του, στο πρόσωπο τού Αδάμ.

Τα παραπάνω συμφωνούν και με τη διατύπωση τού αγίου Αθανασίου:

"Εκ γης γαρ γέγονεν, ώσπερ πάντες.  Και η χειρ δε η πλάσασα τότε τον Αδάμ, και αύτη και νυν και αεί τους μετ’ εκείνον πάλιν πλάττει και διασυνίστησι." (Μεγάλου Αθανασίου, «Επιστολή ότι η εν Νικαία Σύνοδος εωρακυία την πανουργίαν τών περί Ευσέβιον», Μigne, P.G., 25, 429).

Σύμφωνα λοιπόν με τον άγιο Αθανάσιο, το ότι όλοι μας είχαμε γονείς και δεν πλασθήκαμε άμεσα και εξ αρχής από τον Θεό, δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε πλάσματά Του· αλλά, είτε γεννημένος είναι κάποιος, είτε πλασμένος άμεσα, δεν παύει να είναι δημιούργημα τού Θεού.

Το ότι ο Θεός έπλασε εμάς δεν σημαίνει ότι μας έπλασε κατ’ ευθείαν.  Όλοι μας είχαμε γονείς. (Ας παραβάλλει εδώ ο αναγνώστης και τα λόγια τού Ελιού στο Ιώβ 33:4-6, όπου εφαρμόζει τα λόγια για την κατασκευή τού Αδάμ στον εαυτό του.)

Στη συνέχεια, θα παραθέσουμε τέσσερεις σημαντικούς λόγους που πείθουν ότι το "εμφύσημα" ήταν το Άγιο Πνεύμα και όχι μόνο η βιολογική ζωή:

α.  Δεν λέει ότι έγινε ο άνθρωπος "ψυχή", αλλά "ψυχή ζώσα".  Νεκρό σώμα υπάρχει.  Υπάρχει άραγε και νεκρή ψυχή;  Και ποια είναι η νεκρή ψυχή παρά εκείνη που δεν μετέχει τού Αγίου Πνεύματος;  Όπως λοιπόν ο άνθρωπος ζωοποιείται πνευματικά με το άγιο βάπτισμα, κατά παρόμοιο τρόπο ζωοποιήθηκε και τότε στο πρόσωπο τού Αδάμ, λαμβάνοντας έμμεσα[5] την πνοή τού Αγίου Πνεύματος· χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν κατ’ ανάγκην σωματικά νεκρός πριν  (πρβλ. Εφεσίους 2:1—5, Β΄ Κορινθίους 3:6, Ρωμαίους 8:10,  Ιωάννης 2:17.  3:36.  8:51,  Α΄ Ιωάννου 3:10-14).  Και αυτό ισχύει διότι υπήρχαν ήδη βιολογικά ζωντανοί πολλοί άνθρωποι όταν στο πρόσωπο τού Αδάμ η ανθρωπότητα (ο άνθρωπος γενικά) έλαβε το Άγιο Πνεύμα, δηλαδή την πνευματική ζωοποίηση.

β.  Τα λόγια αυτά θυμίζουν και τα λόγια του Χριστού, όταν αυτός ενεφύσησε στους μαθητές Του λέγοντάς τους: "λάβετε Πνεύμα Άγιο", εμποτίζοντάς τους με σοφία και ενδυναμώνοντάς τους για την αποστολή που τους είχε αναθέσει (Ιωάννης 20:22).  Φυσικά, αυτοί δεν ήταν σωματικά νεκροί!

γ.  Ας μην ξεχνάμε και τα λόγια που είπε ο Θεός στον Αδάμ:  "Την ημέρα που θα φας από αυτό [το δένδρο] θα πεθάνεις".  Ο Αδάμ όμως έζησε ακόμα πολλά έτη αφότου έφαγε τον απαγορευμένο καρπό και εξήλθε τού Παραδείσου.  Συνεπώς, ο θάνατός του ήταν πνευματικός.  Έγινε "νεκρή ψυχή",  καθώς έχασε το Άγιο Πνεύμα που τού είχε δοθεί όταν ο Θεός τού "ενεφύσησε" πνοή ζωής.  Και αντιστρόφως, με αυτό Του το εμφύσημα, ο Θεός είχε κάνει τον Αδάμ αρχικά ως ψυχή ζώσα.

δ.  Κατά τους Πατέρες, ο άνθρωπος δεν είναι μόνο σάρκα, ούτε μόνο ψυχή.  Είναι ψυχοσωματική ενότητα.  Έτσι, ένα νεκρό σώμα δεν θεωρείται άνθρωπος· όπως δεν θεωρείται ως άνθρωπος μία ψυχή χωρίς το σώμα.

Ο π. Ιερόθεος Βλάχος στο βιβλίο του: «Η ζωή μετά το θάνατο σελ. 54 έκδ. 1994, γράφει: «Ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματικό ον, που σημαίνει ότι η ψυχή δεν αποτελεί τον όλον άνθρωπο, αλλά ούτε και το σώμα συνιστά τον όλον άνθρωπο».

Φυσικά, οι άγιοι πατέρες συμφωνούν με τα παραπάνω σε πλήθος έργα τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής:

Α. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά: «...τού κατά ψυχήν θανάτου απόφασις, ην εις έργον ήγαγεν ημίν η παράβασις κατά δικαιοσύνην τού κτίσαντος...» (Κεφάλαια Φυσικά, Θεολογικά, Ηθικά τε και Πρακτικά ρν΄ Migne, P.G., τόμ. 150: 1157-1160).

 

Β. Ο Τατιανός γράφει: «Ο μεν κατ’ εικόνα τού Θεού γεγονώς χωρισθέντος απ’ αυτού τού Πνεύματος τού δυνατοτέρου θνητός γίνεται». (Τατιανού προς Έλληνας 7.)

 

Γ. Επίσης κατά τον Άγιο Ειρηναίο: «Χωρισμός δε τού Θεού θάνατος». (Αγίου Ειρηναίου Έλεγχος Ε΄ ΧΧVΙΙ).

«Εκείνοι λοιπόν, όσοιδήποτε και αν είναι ούτοι, οίτινες δεν έχουν ό,τι σώζει και οδηγεί εις την ζωήν, θα κληθούν σαρξ και αίμα, διότι αυτοί είναι εκείνοι οι οποίοι δεν έχουν το Πνεύμα τού Θεού εν εαυτοίς.  Τοιούτοι άνθρωποι καλούνται δια τούτο υπό τού Κυρίου νεκροί, ως λέγει: "Άφετε τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς", διότι ούτοι δεν έχουν το Πνεύμα, όπερ ζωοποιεί τον άνθρωπον». (Ειρηναίου Έλεγχος Ε΄, ΙΧ, 1). 

«Ο άνθρωπος ουχί δε μόνον μέρος αυτού, εδημιουργήθη καθ’ ομοίωσιν τού Θεού.  Τώρα, η ψυχή και το Πνεύμα αποτελούν βεβαίως μέρος τού ανθρώπου, ουχί όμως τον άνθρωπον, διότι ο τέλειος άνθρωπος συνίσταται εις την σύμμιξιν και ένωσιν τής δεχθείσης το Πνεύμα τού Πατρός ψυχής και τής σαρκικής εκείνης φύσεως, ήτις έχει μορφωθή κατά την εικόνα τού Θεού».  (Έλεγχος Ε΄ VΙ,  1).

 

Δ. Και κατά τον άγιο Βασίλειο: «Όσον γαρ αφίστατο τής ζωής, τοσούτον προσήγγιζε τω θανάτω.  Ζωή γαρ ο Θεός.  Στέρησις δε τής ζωής θάνατος.  Ώστε εαυτώ τον θάνατον ο Αδάμ δια τής αναχωρήσεως τού Θεού κατεσκεύασε...».  (Μ. Βασιλείου: «Ομιλία ότι ουκ έστιν αίτιος τών κακών ο Θεός», 7, Migne P.G., 31, 345).

 

Ε. Τα παραπάνω γραφόμενα από τών αγίων πατέρων, συνοψίζει κατάλληλα ο σύγχρονος Πατέρας της Εκκλησίας μας Ιωάννης Ρωμανίδης ως εξής: «Αν και οι μη έχοντες Πνεύμα Άγιον ζουν, εν τούτοις είναι κατά ψυχήν νεκροί... ο θάνατος τής ψυχής είναι ο χωρισμός αυτής από τής ζωοποιού ενεργείας τού Αγίου Πνεύματος».  (Το Πρωπατορικό αμάρτημα σελ. 119.  Έκδοσις 1957).

"Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από τής γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν."

Κατά το εδάφιο, ποιον έπλασε ο Θεός από το χώμα;  "Τον άνθρωπον".  Και σε ποιον ενεφύσησε πνοή ζωής;  Σε "αυτόν", δηλαδή "εις τον άνθρωπον".  Και ποιος "εγένετο εις ψυχήν ζώσαν";  "Ο άνθρωπος".  Παρατηρούμε ότι ο χαρακτηρισμός "άνθρωπος" υπάρχει και πριν από το "εμφύσημα" του Θεού.

Εάν "ο άνθρωπος" ήταν βιολογικά νεκρός τη στιγμή που ο Θεός τού ενεφύσησε την πνοή Του, τότε δεν θα χαρακτηριζόταν από την Αγία Γραφή ως "άνθρωπος"!

Πιστεύουμε ότι τα παραπάνω είναι αρκετά για να πείσουν περί της ορθότητος της πατερικής ερμηνείας, ότι εδώ πρόκειται επίσης για το Άγιο Πνεύμα και όχι μόνο για τη βιολογική ζωή.

 

3. Τα συστατικά τού ανθρώπου

Τα παρακάτω είναι απόσπασμα από το εκπληκτικό βιβλίο τού δρ. Αλεξάνδρου Καλόμοιρου, "Οι 6 αυγές", (Εκδόσεις Ζέφυρος, Θεσσαλονίκη 1993, 1η έκδοση):

"...

Φύση και πρόσωπο

Μία από τις βασικές αιτίες της σύγχυσης που υπάρχει στη χριστιανική ανθρωπολογία προέρχεται από το γεγονός ότι η ημιμάθεια και ο ορθολογισμός πολλών, δυστυχώς, χριστιανών έχει ταυτίσει τη χριστιανική διάκριση ανάμεσα στη φύση και το πρόσωπο με την ειδωλολατρική διάκριση ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή, στην ύλη και το πνεύμα.

Οι χριστιανοί διακρίνουν Κτίστη και κτίση, Δημιουργό και δημιουργία. Πραγματικό πνεύμα είναι μόνον ο Θεός. Αν μιλάμε για πνεύμα στους αγγέλους και στους ανθρώπους, το κάνουμε καταχρηστικά, για να εκφράσουμε σχετικές μόνο διαφορές ανάμεσα στα διάφορα κτίσματα ή στις ιδιότητές τους. Ουσιαστικά, ύλη και δημιουργία είναι ένα και το αυτό. Η διάκριση Πνεύματος και Ύλης για το χριστιανό τότε μόνο είναι αποδεκτή, όταν λέγοντας Πνεύμα εννοεί το Θεό και λέγοντας ύλη εννοεί τη δημιουργία του Θεού.

Η σύγχυση αρχίζει από το γεγονός ότι τόσο η Αγία Γραφή όσο και οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν μιλούν για τον άνθρωπο τον περιγράφουν διφυή, μιλούν για σώμα και ψυχή, για ύλη και πνεύμα, για κάτι το χωματένιο και υλικό στον άνθρωπο και για κάτι το πνευματικό και θείο. Και επειδή υπάρχει η ειδωλολατρική προϊστορία και η ειδωλολατρική γλώσσα, επειδή χρησιμοποιούμε οι χριστιανοί τις ίδιες ειδωλολατρικές λέξεις, εύκολα πέφτουμε στην ειδωλολατρική παγίδα και νομίζουμε ότι η Αγία Γραφή και οι Πατέρες μιλούν για δύο διαφορετικές φύσεις στον άνθρωπο, μια πνευματική και μία υλική, την ψυχή και το σώμα.

Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αν ο άνθρωπος ήταν, όπως λένε, δισύνθετος, αν ήταν σύνθεση δύο διαφορετικών φύσεων, τότε ο Χριστός, ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού, δεν έχει δύο φύσεις, αλλά τρεις, τη Θεότητα και τις δύο ανθρώπινες φύσεις, το σώμα και την ψυχή, την πνευματική ανθρώπινη φύση και την υλική ανθρώπινη φύση! Κάτι τέτοιο, φυσικά, κανείς χριστιανός δεν θα το ισχυριζόταν. Και όμως, αυτοί που μιλούν για δισύνθετο δεν αναλογίζονται ότι αυτό στην πραγματικότητα λένε. Εν τούτοις, το βασικότερο δόγμα της πίστεώς μας είναι ότι «ο Λόγος σαρξ εγένετο», τίποτε άλλο, μόνο σαρξ.

Αυτή είναι η ανθρώπινη φύση, που πήρε ο Λόγος του Θεού σαρκούμενος, η σαρξ. Αυτή η ανθρώπινη φύση είναι μία και κοινή για όλους τους ανθρώπους. Η φύση του ανθρώπου είναι μία, όμως οι άνθρωποι είναι πολλοί και ο κάθε ένας είναι διαφορετικός από τον άλλον, τόσο διαφορετικός, που δεν υπάρχει ένας άνθρωπος, σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, που να είναι όμοιος με κάποιον άλλον. Τι συμβαίνει λοιπόν; Τι είναι αυτό που μας κάνει τον καθένα από μας όν μοναδικό και ανεπανάληπτο; Έχουμε όλοι, άραγε, μία κοινή για όλους φύση, τη σάρκα, και επιπλέον μια άλλη φύση, που είναι διαφορετική στον καθένα από μας; Πόσες ανθρώπινες φύσεις υπάρχουν τότε; Όσοι και οι άνθρωποι, και επιπλέον η κοινή φύση όλων μας, αλλά δεν πήρε τη φύση του καθενός μας, που είναι μοναδική για τον καθένα, αφού τότε θα έπρεπε να έχει μύριες φύσεις! Πώς, λοιπόν, μας ένωσε όλους με τη Θεότητα, πώς μας έσωσε από τη φθορά και το θάνατο, πώς μας έσωσε από την επιστροφή στην ανυπαρξία, στην οποία σαν κτιστά όντα, δημιουργημένα από το μηδέν έπρεπε κατ’ ανάγκη να επιστρέψουμε;

Η απάντηση που λογικά πρέπει να δώσουν οι υποστηρικτές του δισύνθετου είναι ότι ο Λόγος του Θεού πήρε μόνο τη μία ανθρώπινη φύση, την κοινή, τη σάρκα, και δεν πήρε την άλλη, τη μοναδική για τον καθένα μας. Και δεν πήρε αυτή τη μοναδική για τον καθένα μας φύση, γιατί αυτή δεν χρειαζόταν σωτηρία, ανάσταση και αφθαρτοποίηση, επειδή αυτή ήταν μόνη της αιώνια και άφθαρτη. Ότι, δηλαδή, ο Λόγος του Θεού πήρε τη σωματική ανθρώπινη φύση, γιατί αυτή χρειαζόταν ανάσταση και αφθαρτοποίηση, και δεν πήρε την ψυχή, γιατί η ψυχή μας είναι θεία, αφού μόνον η θεία φύση είναι αθάνατη και άφθαρτη.

Παραλλαγή της αιρετικής αυτής για τον άνθρωπο και τη σάρκωση του Θεού γνώμης είναι η Μακρακιστική θεωρία περί τρισυνθέτου. Ο άνθρωπος, κατ’ αυτήν, δεν έχει δύο αλλά τρείς φύσεις: το σώμα, την ψυχή και το πνεύμα. Και το μεν σώμα και η ψυχή είναι φθαρτά και θνητά, εφ’ όσον είναι κτίσματα, αλλά το πνεύμα είναι θείο, αφού είναι τμήμα του Αγίου Πνεύματος!!

Στο βάθος και οι δύο παραλλαγές της αιρέσεως ισχυρίζονται ότι ο άνθρωπος είναι εν μέρει θνητός και εν μέρει θείος. Και οι δύο παραλλαγές είναι καθαρά παραδείγματα ορθολογισμού και σχολαστικισμού τελείως ξένου προς την Χριστιανική πίστη. Και οι δύο παραλλαγές προσπαθούν να εξηγήσουν τον άνθρωπο αγνοώντας μια πραγματικότητα, που είναι ουσιαστικά άγνωστη στην ειδωλολατρία, την πραγματικότητα του προσώπου.

 

4. Το πρόσωπο

Το πρόσωπο δεν είναι φύση. Ο Θεός είναι μία φύση σε τρία πρόσωπα. Η φύση του Θεού είναι κοινή στα τρία πρόσωπα. Το κάθε πρόσωπο, όμως, από τα τρία είναι μοναδικό.

Το γεγονός ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα Θεού», συνεπάγεται, εκτός των άλλων, ότι και στον άνθρωπο, όπως και στον Θεό, υπάρχει η ίδια διάκριση φύσεως και προσώπων. Και ο άνθρωπος, όπως και ο Θεός, είναι ένας κατά την φύση, αλλά σε μύρια πρόσωπα.

Αυτό που μας κάνει όλους ανθρώπους είναι η φύση μας, που είναι κοινή σε όλους μας. Αυτό που κάνει τον καθένα μας όν μοναδικό και ανεπανάληπτο είναι το πρόσωπό μας.

Και τη μεν φύση μας είδαμε από που την έχουμε και πώς δημιουργήθηκε. Το πρόσωπό μας, όμως, είναι ένα μυστήριο. Ένα μυστήριο, εν τούτοις, πέρα για πέρα χειροπιαστό, αφού είναι κάτι που το ζούμε καθημερινά στον εαυτό μας και στους ανθρώπους που μας περιβάλλουν.

Ουσιαστικά, αυτό που μας κάνει ανθρώπους, όντα διαφορετικά από τα ζώα, είναι η ύπαρξη του προσώπου μας.

Πρόσωπο δεν υπάρχει παρά μόνο στα λογικά όντα. Στο Θεό και, κατ’ εικόνα Θεού, στους ανθρώπους και στους αγγέλους. Τα ζώα δεν έχουν πρόσωπο, έχουν μόνο φύση.

Τι είναι το πρόσωπό μας από που το έχουμε;

Το πρόσωπό μας είναι το αποτύπωμα μιας σφραγίδας επάνω στη χωμάτινη φύση μας. Η σφραγίδα είναι θεία και μοναδική. Είναι το πρόσωπο του Λόγου του Θεού. Τα αποτυπώματα της σφραγίδας είναι όσα και οι άνθρωποι. Λέγονται εικόνες του Θεού. Το πρωτότυπο μιας βασιλικής σφραγίδας, του βασιλικού δαχτυλιδιού, είναι χρυσό. Τα αποτυπώματα της σφραγίδας, όμως, είναι από την ύλη επάνω στην οποία ακούμπησε το χρυσό δαχτυλίδι, κερί ή πηλός. Το σχέδιο που αποτυπώνεται είναι αυτό που υπάρχει επάνω στο χρυσό βασιλικό δαχτυλίδι.

Στη δική μας περίπτωση, η θεία σφραγίδα είναι το πρόσωπο του Θεού Λόγου. Ο πηλός που δέχεται τη σφραγίδα είναι η χωμάτινη φύση μας. Το σχέδιο που αποτυπώνεται επάνω στη χωμάτινη φύση είναι η εικόνα του Θεού. Το ακούμπημα της θείας σφραγίδας επάνω στη χωμάτινη φύση είναι η σάρκωση του Θεού Λόγου.

Το σφράγισμα αυτό της χωμάτινης φύσης μας με το πρόσωπο του Θεού Λόγου δεν είναι μόνο μια ιστορική πραγματικότητα. Είναι, κυρίως, μια οντολογική πραγματικότητα, πάνω και πέρα από το χρόνο, με τα θεμέλιά της στηριγμένα επάνω στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό.

Τα θεία, λοιπόν, χαρακτηριστικά του είναι μας δεν προέρχονται από τη χωμάτινη φύση μας, αλλά από την εικόνα του Θεού που τυπώθηκε επάνω σ’ αυτή τη φύση. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι η ελευθερία, ο λόγος, η αθανασία, η δεκτικότης της Ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, η δυνατότητα της δημιουργίας και άλλα παρόμοια. Δεν είναι χαρακτηριστικά φύσεως, αλλά χαρακτηριστικά προσώπου.

Το πρόσωπό μας δεν είναι αυτό που λέγεται ψυχή, γιατί ψυχή δεν έχουμε μόνον εμείς οι άνθρωποι. Ψυχή έχουν όλα τα ζώα και όλα τα φυτά. Ψυχή σημαίνει ζωή. Όσοι έχουν ζωή έχουν ψυχή. Ζωή και ψυχή είναι ταυτόσημες έννοιες. Τι είναι, λοιπόν, πρόσωπο;

Όπως όλα τα μυστήρια, το πρόσωπο δεν είναι κάτι που μπορεί να οριστεί. Είναι το άπιαστο «κάτι», που έδωσε στους ανθρώπους η ενανθρώπιση του Λόγου και τους έκανε να τον μοιάζουν, να γίνουν εικόνες Του και έτσι να γίνουν δεκτικοί της Χάριτος και Ενεργείας του Αγίου Πνεύματος. Δεν είναι φύση, δεν είναι μια δεύτερη ουσία. Είναι μια ιδιότητα της χωμάτινης φύσης, που όμως, είναι δοσμένη απ’ έξω, αποτύπωμα του Θείου Προσώπου του Υιού και Λόγου του Θεού στον καθένα από μας. Αυτό είναι που κάνει τον καθένα από μας όν μοναδικό, ανεπανάληπτο, ελεύθερο, γνωστό στο Θεό και επομένως, εσαεί υπαρκτό στη θεία μνήμη, έτσι ώστε και μετά το θάνατο και τη διάλυση της φύσεώς του, αυτό να μένει «εν χειρί Θεού». Η θεία μνήμη είναι ύπαρξη και ζωή αιώνιος "εν Θεώ".

Το πρόσωπο είναι ό,τι μένει από τον άνθρωπο μετά θάνατο. Ό,τι τον συνδέει με την καινούρια φύση που θα αποκτήσει με την Ανάσταση, αυτό που γεφυρώνει το παλιό σώμα της φθοράς με το καινούριο της αφθαρσίας και κάνει και το παλιό και το καινούριο σώμα, σώμα του ιδίου και ανεπανάληπτου ανθρώπου.

Ίσως, ένα παράδειγμα από τον κόσμο μας βοηθήσει για την ακατανόητη κατανόηση του μυστηρίου για το οποίο μιλάμε.

Υπάρχουν πολλά υλικά στη φύση. Όταν έρθουν σε επαφή με τη φωτιά, άλλα καίγονται, άλλα σκληραίνουν, άλλα λιώνουν και διαλύονται. Υπάρχουν, όμως, και υλικά που αν και είναι φύσεις τελείως διαφορετικές από τη φωτιά είναι φτιαγμένα έτσι ώστε, όταν έρθουν σ’ επαφή μαζί της να γίνονται κι αυτά φωτιά. Τέτοιο υλικό είναι το σίδερο. Το σκουριασμένο σίδερο είναι μια ύλη, όπως όλες οι άλλες, όσο είναι μακριά από τη φωτιά. Όταν, όμως, έρθει σ’ επαφή με τη φωτιά πυρακτώνεται, λάμπει, ακτινοβολεί και καίει χωρίς καθόλου να πάψει στη φύση του να είναι σίδερο. Η φωτιά δεν του δίνει μια δεύτερη φύση, αλλά του δίνει ιδιότητα, που η φύση του δεν έχει. Το σίδερο είναι φτιαγμένο έτσι ώστε να δέχεται τις ιδιότητες της φωτιάς φτιαγμένο έτσι ώστε να δέχεται τις ιδιότητες της φωτιάς και να γίνεται κι αυτό φωτιά, όσο είναι σ’ επαφή μαζί της.

Κάτι τέτοιο είναι και ο άνθρωπος. Έχει ιδιότητες που πήρε από το γεγονός ότι ο Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος και πήρε επάνω του τη φύση μας.

Η Σάρκωση του Λόγου του Θεού ενεργεί στη φύση του ανθρώπου και τον κάνει πρόσωπο. Το εμφύσημα του Αγίου Πνεύματος ενεργεί στο πρόσωπο, που είναι δεκτικό του Αγίου Πνεύματος, και γίνεται ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν.

«Και έπλασε ο Θεός τον άνθρωπον χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν». Ο άνθρωπος είναι από την φύση του χώμα της γης, έχει το πρόσωπο επειδή ο Θεός τον θέλησε κατ’ εικόνα Του και έγινε άνθρωπος γι’ αυτόν. Επάνω σ’ αυτό το πρόσωπο[6] ενεφύσησε ο Θεός, πνοή ζωής, την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και έγινε ο άνθρωπος ψυχή ζώσα. Όπως γίνεται το σίδερο, που είναι δεκτικό της φωτιάς και όταν έρθει σ’ επαφή με τη φωτιά πυρακτώνεται κι αυτό από την ενέργεια της φωτιάς.

 

5. Η σύγχυση

Η σύγχυση που υπάρχει επάνω στο θέμα της ψυχής έχει τις ρίζες της στην ειδωλολατρία. Ο Χριστιανισμός εκφράστηκε και μίλησε στον κόσμο, βασικά, με την ελληνική γλώσσα. Όμως, η ελληνική γλώσσα, όπως και όλες οι άλλες γλώσσες που χρησιμοποίησαν οι Χριστιανοί εκτός από την εβραϊκή, είναι γλώσσα ειδωλολατρικής προέλευσης, που εκχριστιανίστηκε. Οι λέξεις παρέμειναν οι ίδιες, αλλά πήραν άλλο νόημα. Ανάμεσα στις ειδωλολατρικές λέξεις, που στο Χριστιανισμό πήραν άλλο νόημα, είναι και η λέξη «ψυχή». Η λέξη αυτή μέσα στη χριστιανική γραμματεία πήρε δύο διαφορετικά νοήματα. Το πρώτο είναι αυτό με το οποίο χρησιμοποιείται στην Αγία Γραφή. Ψυχή ίσον ζωή. Π.χ. «Ος αν θέλει την ψυχήν αυτού σώσαι, απωλέσει αυτήν. Ος δ’ αν απωλέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού και του Ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν». Το δεύτερο νόημα, με το οποίο χρησιμοποιήθηκε κυρίως η λέξη από τον εκχριστιανισμένο, πρώην ειδωλολατρικό, κόσμο των εξ εθνών χριστιανών είναι ψυχή ίσον πρόσωπο.

Η έννοια του προσώπου δεν ήταν καθόλου οικεία στον ειδωλολατρικό κόσμο. Οι ειδωλολάτρες δεν ήξεραν τι σημαίνει πρόσωπο, αφού γι’ αυτούς «Θεός» είναι η κτίση, το σύμπαν, το Πάν. Το Πάν όμως αυτό του ειδωλολατρικού πανθεϊσμού είναι απρόσωπο. Οι ειδωλολάτρες έχουν ύστατο προορισμό και τελειότητα την ταύτισή τους μ’ αυτό το απρόσωπο Πάν. Το πρόσωπο, γι’ αυτούς, η ατομική ψυχή, είναι μια κατώτερη κατάσταση, που πρέπει να υπερπηδηθεί. Τα πάντα πρέπει να σβήσουν μέσα στην παγκοσμιότητα.

Για τους χριστιανούς, όμως, η έννοια του προσώπου είναι η βασικότερη έννοια της πίστεώς τους. Τον Θεό δεν τον γνωρίσαμε σαν φύση, αλλά σαν πρόσωπο. Η φύση εκφράζεται και ζει μέσα στο πρόσωπο. Αλλά, η φύση του Θεού μας είναι απρόσιτη, απλησίαστη, ενώ το πρόσωπο του Θεού το γνωρίσαμε και το ζήσαμε, γιατί θέλησε νά’ ρθει ανάμεσά μας με τη δική μας φύση.

Ο Θεός μας αποκάλυψε ότι και τα δικά μας πρόσωπα είναι εικόνες του δικού Του προσώπου και ότι είναι δεκτικά της κοινωνίας με την δική του θεία φύση. Επειδή είναι εικόνες του δικού Του προσώπου, μπορούν να δεχθούν το πυρ της θείας φύσεως και να γίνουν και αυτά φωτιά, χωρίς να είναι καθόλου από τη φύση τους φωτιά.

Επειδή, όμως, η τόσο καίρια για τους Χριστιανούς έννοια του προσώπου ήταν ανοίκεια, δόθηκαν στη γνωστή και οικεία λέξη «ψυχή», όσα χαρακτηριστικά ανήκαν στο πρόσωπο, και χρησιμοποιήθηκε η λέξη «ψυχή» για να εκφράσει την έννοια πρόσωπο. Όμως, η λέξη «ψυχή» δεν έπαυσε να είναι φορτισμένη με την παλιά ειδωλολατρική της σημασία, του δεύτερου πνευματικού συνθετικού του ανθρώπου.

Το πρόσωπο είναι ένα μυστήριο, το μυστήριο της θείας σφραγίδας επάνω στη χωμάτινη ανθρώπινη φύση. Τα μυστήρια δεν είναι οικεία στον άνθρωπο. Η ειδωλολατρική έννοια της ψυχής, όμως, δεν είχε κανένα μυστήριο. Είναι μια άλλη φύση, που συμπλέκεται και συζεί με την υλική φύση. Είναι το πνεύμα που συμπλέκεται με την ύλη. Πεθαίνει το σώμα και διαλύεται η υλική φύση, αλλά μένει το πνεύμα σαν δεύτερη ανεξάρτητη φύση. Πράγματα πολύ κατανοητά για το ορθολογιστικό ανθρώπινο μυαλό. Έτσι, σιγά - σιγά, η έννοια της ψυχής ξαναπήρε για μερικούς χριστιανούς την αρχαία ειδωλολατρική της σημασία και έγινε ο άνθρωπος, τουλάχιστον στη λαϊκή κατανόηση, ον δισύνθετο.

Έτσι, δόθηκε στην προσωπικότητα του ανθρώπου, που παραμένει μετά την διάλυση του σώματός του, μια δική της πνευματική φύση. Αυτό σημαίνει, βέβαια, καθαρή επιστροφή στην ειδωλολατρία. Σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, το πρόσωπο του ανθρώπου διατηρείται μετά θάνατον έχοντας δική του ανεξάρτητη οντότητα και φύση και όχι , το επειδή παραμένει «εν χειρί Θεού», μέσα στη γνώση του Θεού, που είναι ύπαρξη πραγματική, αλλά τέλεια εξαρτημένη από το Θεό. Μια τέτοια αθανασία της δικής του φύσης, έστω και αν είναι δοσμένη από το Θεό, καταλήγει να είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη. Μια τέτοια αθανασία μπορεί να την έδωσε ο Θεός, μπορεί να είναι χαρισμένη από το Θεό, κατά χάριν, αλλά από τη στιγμή που δόθηκε είναι πια φυσικό κτήμα του ανθρώπου, δηλαδή μια δεύτερη φύση στον άνθρωπο, που γίνεται έτσι δισύνθετος, από ύλη θνητή και πνεύμα αθάνατο. Ας αφήσουμε που είναι πολλοί αυτοί που ισχυρίζονται με πάθος και φανατισμό ότι η ψυχή δεν είναι χάριτι, αλλά φύσει αθάνατος.

Η πηγή της αθανασίας μας είναι η Ανάσταση του Χριστού. Ο Χριστός ανέστησε τη χωμάτινη φύση μας και την έκανε άφθαρτη. Δεν υπάρχει άλλη πηγή αθανασίας εκτός από την Ανάσταση, αφού δεν υπάρχει στον άνθρωπο δεύτερη φύση. Αυτό που λέμε αθανασία της ψυχής δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εν Θεώ ταυτότης του ανθρώπινου προσώπου. Το πρόσωπό μας είναι το ίδιο και στην κατάσταση της φθοράς και στην κατάσταση της αφθαρσίας, και πριν από την Ανάσταση και μετά. Δεν υπάρχει χρονική διάσταση σ’ αυτό που ονομάζουμε «μετά θάνατον ζωή της ψυχής», αφού τα πρόσωπά μας μετά το θάνατο και τη διάλυση του σώματος είναι «εν χειρί Θεού», και εν Θεώ δεν υπάρχει χρόνος. Δεν ζούν οι ψυχές μια άλλη δική τους αυτόνομη ζωή μετά θάνατον, αφού δεν είναι φύσεις, αλλά πρόσωπα. Η ζωή τους και η ύπαρξή τους είναι ο Θεός, το πρωτότυπο της σφραγίδας που λέγεται πρόσωπο.

Πώς να καταλάβουν οι άνθρωποι τέτοια μυστήρια; Πόσο εύκολη είναι η ολίσθηση στον ειδωλολατρικό ορθολογισμό!

Δεν ζουν οι ψυχές μετά θάνατον, το χρονικό διάστημα μέχρι την Ανάσταση των νεκρών, σε μια κατάσταση ασωμάτου υπάρξεως, σαν πνευματικές φύσεις που χωρίσθηκαν από το σώμα τους. Δεν υπάρχει τέτοιο χρονικό διάστημα παρά για τους ζώντες, για τον φυσικό κόσμο, μια διάσταση του οποίου είναι ο χρόνος. Την κατάσταση του θανάτου ουδέποτε την περιέγραψε η εκκλησία, γιατί δεν είναι κατάσταση φυσική για να περιγραφεί. Είναι διατήρηση του προσώπου, της υποστάσεως του είναι μας, εν Θεώ. Ό,τι είναι εν Θεώ είναι έξω από τη φύση και δεν περιγράφεται. Οι ψυχές δεν έχουν καθόλου άμεση επαφή με τους ζώντες, ούτε καταλαβαίνουν, ούτε αισθάνονται τον κόσμο και τον χρόνο που κυλάει. Εν τούτοις, οι ψυχές, τα πρόσωπα των αγίων, δέχονται τις προσευχές μας και απαντούν σ’ αυτές. Αυτό, όμως, δεν γίνεται με κάποιο φυσικό τρόπο. Τις προσευχές μας προς τους αγίους τις δέχεται ο Θεός, και οι άγιοι διά του Θεού απαντούν και παρεμβαίνουν. Δεν έχουν δική τους αυθυπαρξία. Και όμως, οι νεκροί υπάρχουν και ζουν, όχι εν χρόνω και όχι κατά φύση, αλλά κατά Θεόν.

Ό,τι μπορεί να καταλάβει κανείς απ’ αυτές τις αλήθειες ας καταλάβει. Το μυστήριο της διακρίσεως της φύσεως και των προσώπων είναι το βασικότερο της πίστεώς μας. Τα μυστήρια δεν τα καταλαβαίνουμε αλλά τα ζούμε. Όποιος ζει την Ορθοδοξία κάτι καταλαβαίνει απ’ όσα είπαμε. Οι άλλοι προσπαθούν να καταλάβουν τα μυστήρια με το μυαλό, αλλά τα μυστήρια δεν χωρούν στο μυαλό.

Η φύση μας είναι υλική και χωμάτινη, όπως ολόκληρη η φύση των κτιστών. Τα πρόσωπά μας είναι θεία σφραγίδα επάνω σ’ αυτήν την χωμάτινη φύση, αποτέλεσμα ενός γεγονότος επάνω στη φύση μας, του γεγονότος της Σαρκώσεως του Λόγου. Αυτή η ενανθρώπιση του Λόγου έδωσε στη φύση μας το αποτύπωμα του Προσώπου του Λόγου του Θεού, έκανε τον άνθρωπο εικόνα του Θεού. Το πρόσωπο είναι που μας κάνει ανθρώπους, το πρόσωπο είναι που γεφυρώνει την προ την αναστάσεως φθαρτή φύση μας με την άφθαρτη φύση που θά μας δώσει η Ανάσταση. Αυτή η αναστημένη φύση ήδη υπάρχει στο πρόσωπο του Χριστού. Ό,τι είμαστε, είμαστε εν Χριστώ. Θα βγούμε από τη σύγχυση για το τι είναι ο άνθρωπος μόνον αν καταλάβουμε ότι ο Χριστός είναι η ίδια η ρίζα του είναι μας και το θεμέλιο της ύπαρξής μας.

 

6. Η πνοή της ζωής

Λέγει ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ στο μαθητή του Μοτοβίλωφ:

«Έχουμε γίνει πάρα πολύ απρόσεκτοι στο έργο της σωτηρίας μας. Κι απ’ αυτό προέρχεται το ότι πολλά χωρία της Αγίας Γραφής δεν τα παίρνουμε με την έννοια που τους ταιριάζει. Κι όλα αυτά, επειδή δεν ζητάμε τη Χάρη του Θεού και δεν της επιτρέπουμε, εξ αιτίας της υπερηφανίας μας, να εισχωρήσει στις ψυχές μας και δεν έχουμε τον πραγματικό φωτισμό, που στέλνει ο Θεός σ’ όλες τις ψυχές, που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη του.

Να ένα παράδειγμα. Πολλοί ερμηνεύουν, ότι όταν η Βίβλος λέει: «Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γεν. β΄ 7), αυτό σημαίνει πώς μέχρι τη στιγμή εκείνη ο Αδάμ δεν είχε ψυχή και ανθρώπινη πνεύμα, αλλά ήταν μόνο σάρκα, πλασμένη από λάσπη της γης. Η ερμηνεία αυτή δεν είναι σωστή. Διότι ο Κύριος και Θεός εδημιούργησε τον Αδάμ από λάσπη της γης, αλλά τον ανέδειξε μια σύνθεση ψυχής και σώματος, ώστε ο απόστολος Παύλος να βεβαιώνει: «Ολόκληρον ημών το πνεύμα και η ψυχή και το σώμα αμέμπτως εν τη παρουσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τηρηθείη» (Α΄ Θεσσαλ. ε΄, 23).

Και τα τρία αυτά μέρη της ύπαρξής μας ήταν δημιουργημένα από λάσπη της γης. Αλλά, ο Αδάμ δεν πλάστηκε ένα νεκρό δημιούργημα. Έγινε μια ζωντανή ύπαρξη, όμοια με τα άλλα έμψυχα πλάσματα του Θεού, που ζούσαν στη γη. Όμως, κάτι που έχει βασική σημασία είναι τούτο: Αν ο Θεός δεν εμφυσούσε, ύστερα από τη δημιουργία του, στο πρόσωπο του Αδάμ «την πνοήν της ζωής», δηλαδή, την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και αναπαύεται στον Υιό και στέλλεται στον κόσμο από τον Υιό, τότε ο Αδάμ, αν και ήταν το τελειότερο ανάμεσα στα δημιουργήματα του Θεού, σαν το στεφάνι των επιγείων δημιουργημάτων, θά ’μενε χωρίς να έχει μέσα του το Άγιο Πνεύμα, που ανυψώνει τον άνθρωπο και τον εξομοιώνει με το Θεό. Θα ήταν ο ίδιος μ’ όλα τα άλλα δημιουργήματα, που έχουν σώμα, ψυχή και πνεύμα - «κατά γένος αυτών» - αλλά, δεν έχουν μέσα τους το Άγιο Πνεύμα.

Όταν ο Κύριος ενεφύσησε στο πρόσωπο του Αδάμ πνοήν ζωής, τότε, σύμφωνα με την έκφραση του Μωϋσέως, «εγένετο ο Αδάμ εις ψυχήν ζώσαν» (Γεν. β΄ 7). Δηλαδή έγινε όμοιος με το Θεό, αθάνατος, όπως αυτός, εις τους αιώνες των αιώνων».

Έχουμε, εδώ, μια καθαρή πατερική φωνή που μας βεβαιώνει ότι:

1. -Η συνηθισμένη εξήγηση των σημερινών Χριστιανών, ότι ο Αδάμ δημιουργήθηκε από το Θεό σαν ένα πήλινο άγαλμα ή σαν ένα πτώμα και ότι η πνοή που ο Θεός εμφύσησε στο πρόσωπό του ήταν δήθεν η ψυχή, προέρχεται από το γεγονός ότι «έχουμε ξεφύγει από την απλότητα της αρχικής χριστιανικής γνώσης», γιατί «η υπερηφάνεια του νου μας δεν επιτρέπει στη Χάρη του Θεού να κατοικήσει στις ψυχές μας, γι’ αυτό και δεν έχουμε αληθινή φώτιση από τον Κύριο» και εφευρίσκουμε «μύθους».

2. - Ο Αδάμ, πριν δεχθεί την πνοή του Θεού [7], ήταν ένα ζωντανό ον, όπως όλα τα άλλα ζώα στη γη με όλες τις φυσικές του ιδιότητες, έχοντας πνεύμα, ψυχή, μυαλό, καρδιά, όπως έχουν όλα τα ζώα, το καθένα κατά το είδος του.

3.- Η πνοή του Θεού δεν έχει φυσικό, βιολογικό ή ψυχολογικό νόημα, δεν είναι κάποιο από τα φυσικά συστατικά του ανθρώπου, αλλά είναι η άκτιστη Ενέργεια του Αγίου Πνεύματος δοσμένη στον άνθρωπο από το Χριστό.

Αυτή η πνοή του Θεού, η άκτιστη Ενέργεια του Αγίου Πνεύματος είναι η ίδια μ’ αυτήν που φυτεύεται στους Χριστιανούς σαν σπόρος από την Εκκλησία κατά το Άγιο Βάπτισμα και η οποία, αν η ελευθερία του ανθρώπου επιτρέψει, βλασταίνει την αγιότητα και δίνει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος.

Αυτό κατά το οποίο ο άνθρωπος πραγματικά διαφέρει από τα άλλα ζώα είναι ότι αυτός, σε αντίθεση με τα ζώα, έχει τη δυνατότητα να δεχθεί την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτό που δίνει στον άνθρωπο αυτή τη δυνατότητα, πάντως, δεν είναι η βιολογική του ανωτερότητα, δεν είναι η ανωτερότητα του μυαλού. Αυτή τη δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος να δεχθεί, αν το θελήσει, την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος δεν τη δίνει σ’ αυτόν τίποτε το φυσικό. Του την δίνει το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος κατ’ εικόνα του Θεού (Γεν. α΄ 27), δηλαδη πρόσωπο (Γεν. β΄ 7).

«Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν».

Μας δίνει εδώ, η Αγία Γραφή, τρείς οντολογικές αλήθειες για τον άνθρωπο:

α.- Από την πλάση του ο άνθρωπος είναι χώμα.

β.- Το εμφύσημα ο Θεός το έδωσε σε κάτι που το ονομάζει «το πρόσωπον αυτού»

γ.- Το εμφύσημα είναι «πνοή ζωής», που έκανε τον άνθρωπο «εις ψυχήν ζώσαν».

Δηλαδή: Ο άνθρωπος είναι χώμα (όπως όλα τα κτίσματα), που όμως έχει πρόσωπο [8] επάνω στο οποίο ο Θεός ενεφύσησε «πνοήν ζωής», που τον έκανε «ζωντανή ψυχή».

Για να καταλάβουμε καλύτερα τη διάκριση ανάμεσα σε «ψυχή», απλώς, και σε «ζωντανή ψυχή» πρέπει να θυμηθούμε τα όσα είπε ο Χριστός σ’ αυτόν που ήθελε μεν να τον ακολουθήσει, αλλά ζήτησε την άδεια να πάει πρώτα να θάψει τον νεκρό πατέρα του. Του είπε ο Χριστός: «Άφες τους νεκρούς θάπτειν τους εαυτών νεκρούς». Από αυτό φαίνεται καθαρά ότι ο Κύριος θεωρεί «νεκρούς» όλους τους ανθρώπους που δεν έχουν ζωντανή κοινωνία με το Θεό, ανεξάρτητα από το αν είναι βιολογικά ζωντανοί ή βιολογικά νεκροί. Όλοι είναι ουσιαστικά νεκροί μόνο που οι βιολογικά ζωντανοί μπορούν να θάψουν τους βιολογικά νεκρούς. Επομένως, αυτό που κάνει τον άνθρωπο πραγματικά ζωντανό, αυτό που τον κάνει «ψυχήν ζώσαν», δεν είναι κάτι που βρίσκεται σε όλους τους ανθρώπους. Είναι κάτι που δίδεται μόνον σ’ αυτούς που έχουν την προαίρεση να το δεχθούν, σ’ αυτούς που το θέλουν ελεύθερα. Δεν είναι ένα φυσικό συστατικό του ανθρώπου, όπως θα ήταν η ψυχή, αλλά μια υπερφυσική θεία δωρεά και Ενέργεια, η δωρεά και άκτιστη Ενέργεια της Χάριτος του αγίου Πνεύματος. Η απόκτηση αυτής της δωρεάς του αγίου Πνεύματος είναι ο σκοπός της ζωής μας, όπως τόσο παραστατικά το δίδαξε ο άγιος Σεραφείμ στο μαθητή του Μοτοβίλωφ. Γι’ αυτό είμαστε δημιουργημένοι και σ’ αυτό είμαστε καλεσμένοι.

..."

 

Σημειώσεις


[1] Ειδικά για τον Αδάμ, αυτός έλαβε το εμφύσημα του Αγίου Πνεύματος εκ κοιλίας μητρός αυτού, όπως συνέβη με τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Σαν κάθε άνθρωπο, τη στιγμή της συλλήψεώς του ο Αδάμ έγινε και αυτός ψυχοσωματική ενότητα ομοχρόνως κατ’ εικόνα Θεού, αλλά με την Πνoή του Θεού μπόρεσε να ξεκινήσει επίσης και την πορεία του προς το καθ’ ομοίωσιν, και έτσι υπήρξε ο πρώτος Άνθρωπος με κεφαλαίο Α, δηλαδή με την πλήρη έννοια που χρησιμοποιούν οι Πατέρες. Εφόσον ο Αδάμ είχε το Άγιο Πνεύμα από την αρχή της ζωής του (ως υποστατική αρχή μας), και αυτός θεωρείται μέτοχος της 7ης ημέρας από την αρχή της ζωής του. Και αυτό σημαίνει ότι τη φράση και έθετο [ο Θεός] εκεί [εν παραδείσω εν Εδέμ]  τον άνθρωπον πρέπει να την κατανοήσουμε ως ανθρωπότητα και όχι ως Αδάμ. Δηλαδή, το χωρίο ουσιαστικά μας λέει ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο (γενικά, στην ανθρώπινη φύση η οποία εκπροσωπείτο από τον Αδάμ), το Άγιο Πνεύμα, και έτσι τον έθεσε στον Παράδεισο. Έτσι εξηγείται γιατί εδώ μιλάει για τον άνθρωπον.

[2] Προσοχή! Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η βιολογική και πνευματική ζωοποίηση του Αδάμ δεν κατέστησαν ταυτόχρονα· διότι για τον Αδάμ αυτές συνέβησαν ταυτοχρόνως. Αυτό που λέμε εδώ έχει σημασία γιατί έμμεσα υποδηλώνεται η ύπαρξη ανθρωπότητος κατ’ εικόνα Θεού μόνον, προ (και συγχρόνως) του Αδάμ, ο οποίος με το εμφύσημα κατέστη υποστατική αρχή της ανθρωπότητος.

[3] Ωστόσο, όπως θα δούμε, και η βιολογική και η πνευματική ζωοποίηση του Αδάμ ειδικά συνέβησαν με το εμφύσημα του Αγίου Πνεύματος. Συγκεκριμένα, ο Αδάμ δεν ζούσε ως ψυχοσωματική ενότητα κατ’ εικόνα του Θεού (μόνο) πριν από το εμφύσημα του Αγίου Πνεύματος. Ωστόσο, η υπόλοιπη ανθρωπότητα της εποχής του (και προ της εποχής του), μεταξύ των οποίων και οι γονείς του, ζούσαν ως ψυχοσωματικές ενότητες κατ’ εικόνα Θεού (μόνο). Αυτός είναι ο λόγος που τα δύο γεγονότα εμφανίζονται ως διακεκριμένα. Γιατί η ανθρωπότητα μεν ζούσε (ο καθένας τους ήταν βιολογικά ζωοποιημένος ως ψυχοσωματική ενότητα) πριν έρθει ο Αδάμ, αλλά πρώτος ο Αδάμ ζωοποιήθηκε πνευματικά με το Άγιο Πνεύμα. Αλλά ειδικά όσον αφορά τον Αδάμ, ζωοποιήθηκε και βιολογικά με το εμφύσημα του Αγίου Πνεύματος που έλαβε.

[4] Μία συνήθης (Ωριγενιστική) κακοδοξία υποστηρίζει ότι η ζωοποίηση του Αδάμ ήταν η παροχή μίας ψυχής σε ένα ήδη προκατασκευασμένο από τον Θεό νεκρό πήλινο άγαλμα.

[5] Στην υπόλοιπη ανθρωπότητα δόθηκε η δυνατότητα με αυτό τον τρόπο (μέσω του συνδέσμου που δημιουργήθηκε μεταξύ της ανθρώπινης φύσης που εκπροσωπείτο στο πρόσωπο του Αδάμ με το θείο) να μετάσχει και αυτή η ανθρωπότητα στην ημέρα κατάπαυσης του Θεού, ούτως ώστε με τη βοήθεια του Αδάμ και της Εύας αρχικά, η κατάσταση του Παράδεισου της Εδέμ να εξαπλωθεί και στην υπόλοιπη κτίση.

[6] Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μία σημαντική διόρθωση. Δεν θα πρέπει να γίνει σύγχυση της λέξης «πρόσωπο» που αναφέρει η Αγία Γραφή με την έννοια της «όψης» τού προσώπου, με τη θεολογική έννοια τού προσώπου που ανέπτυξαν οι Καππαδόκες Πατέρες. Διότι εφόσον η έννοια αυτή εφαρμόσθηκε στη λέξη μετά τον 4ο αιώνα μ.Χ., δεν ήταν δυνατόν να την έχει χρησιμοποιήσει ο Μωυσής με αυτή την έννοια τόσες χιλιάδες χρόνια προ Χριστού. Πέραν αυτού, το ότι αναφέρεται το «πρόσωπο» τού Αδάμ να υπάρχει πριν λάβει το εμφύσημα, σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε αυτό να είναι το «θεολογικό πρόσωπο» κατά το οποίο ο άνθρωπος γίνεται πρόσωπο μόνο όταν λαμβάνει από τον Θεό τη Χάρη αυτή της κοινωνίας μαζί Του.

[7] Αυτό ο δρ. Καλόμοιρος το λέει επειδή θεωρεί προφανώς ότι ο Αδάμ έλαβε το άγιο Πνεύμα σε μεγαλύτερη ηλικία και όχι από την αρχή τής ζωής του· κάτι που είναι λάθος. Ο Αδάμ ήδη από την αρχή τής ύπαρξής του είχε το Άγιο Πνεύμα και έλαβε μαζί και τη βιολογική και την πνευματική ζωή. Έτσι, η λέξη «πριν» σε αυτή την πρόταση έχει νόημα μόνο για τον «άνθρωπο» ως ανθρωπότητα και όχι ειδικά για τον Αδάμ (υπήρχαν άνθρωποι εκτός του Παραδείσου οι οποίοι ήταν ήδη δημιουργημένοι κατ’ εικόνα Θεού μόνο, αλλά οι οποίοι δεν είχαν λάβει το εμφύσημα του Θεού, ήτοι τις άκτιστες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος· πρώτος ο Αδάμ τις έλαβε αυτές). Η υπόλοιπη ανθρωπότητα ήταν αυτή που έλαβε αργότερα το Άγιο Πνεύμα στο πρόσωπο τού Αδάμ (κάτι που το έχασε όμως αφότου ο Αδάμ και η Εύα το έχασαν με την Πτώση τους).

[8] Και εδώ ισχύει ό,τι είπαμε στην υποσημείωση 6 σχετικά με τη λέξη πρόσωπο.

 

N. M.

Δημιουργία αρχείου: 19-4-2001.

Τελευταία ενημέρωση: 5-4-2013.