Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Χριστιανική Δογματική

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

 Δεύτερο Μέρος της Δογματικής

E. ΠΕΡΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

1. Το δόγμα περί Δημιουργίας

 

 

 

Το δόγμα περί δημιουργίας διατυπώνεται στο Σύμβολο της Πίστεως από την αρχή. Το πρώτο άρθρο λέει: "Πιστεύω εις έναν Θεό Πατέρα Παντοκράτορα, ποιητήν ορατών τε πάντων και αοράτων". Αυτή η αναφορά στη δημιουργία ιστορικά είναι μια προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως. Το Σύμβολο αρχικά ήταν ομολογία πίστεως στα τρία πρόσωπα, Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα. Όταν προστέθηκε αυτή η αναφορά στη δημιουργία είχαν ήδη κυκλοφορήσει αντιλήψεις περί δημιουργίας, οι οποίες έπρεπε να ξεκαθαριστούν. Γι' αυτό η Εκκλησία προέβη σ' αυτή την ερμηνεία του δόγματος. Πρόσθεσε κάτι που ήταν σχετικό με την εποχή εκείνη.

Επομένως, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε το Σύμβολο της Πίστεως, θα πρέπει να κάνουμε - όπως κάνουμε πάντοτε στην ερμηνεία των δογμάτων - δύο πράγματα:

1. Να δούμε τη σημασία του δόγματος για την εποχή εκείνη.

2. Να δούμε τη σημασία του δόγματος για την εποχή μας. Αυτή είναι η ολοκληρωμένη ερμηνεία του δόγματος.

Για να δούμε τη σημασία του δόγματος για την εποχή εκείνη, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις αντιλήψεις περί δημιουργίας που κυκλοφορούσαν, είτε εκτός της Εκκλησίας είτε εντός αυτής, γιατί οι Πατέρες ελάμβαναν υπόψη και τα δύο. Δεν ήθελαν να περιορίσουν την Εκκλησία σ' ένα γκέτο. Ποιες ήταν οι αντιλήψεις περί δημιουργίας που κυκλοφορούσαν και τις οποίες οι Πατέρες και η Εκκλησία δια του Συμβόλου της Πίστεως θέλησαν να τις αποσαφηνίσουν και να πάρουν τη θέση τη Χριστιανική;

Η πρώτη ιδέα που κυκλοφορούσε πολύ και προκάλεσε την αντίδραση της Εκκλησίας, ήταν ο Γνωστικισμός. Οι γνωστικοί είχαν ένα συγκεκριμένο δόγμα περί δημιουργίας το οποίο ήταν απαραίτητο ν' αποσαφηνιστεί, επειδή ο Γνωστικισμός διείσδυσε και μέσα στην Εκκλησία.

Ο Γνωστικισμός ξεκίνησε από την προϋπόθεση ότι ο κόσμος αυτός όπως τον ζούμε και τον γνωρίζουμε είναι διάχυτος από το κακό. Το κακό τον έχει διαπεράσει. Ξεκινάει από μια πολύ πεσιμιστική αντίληψη για τον κόσμο, η οποία ήταν διάσπαρτη στο κλίμα της εποχής εκείνης. Θέτει ο ερώτημα: αφού ο κόσμος είναι τόσο κακός, ποια είναι η σχέση του με τον Θεό; Πώς μπορεί ο Θεός να τον έχει δημιουργήσει;

Η απάντηση του Γνωστικισμού ήταν ότι ο Θεός δεν δημιούργησε αυτόν τον κόσμο. Το ενδιαφέρον του Γνωστικισμού ήταν να διατηρήσει την υπερβατικότητα, να διατηρήσει την καθαρότητα, την αθωότητα του Θεού απ' όλο αυτό το κακό που υπάρχει στον κόσμο. Έτσι έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι ο κόσμος αυτός δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό, αλλά είναι δημιούργημα ενός όντος τ' οποίο ονόμαζε Δημιουργό σ' αντίθεση με τον Θεό Πατέρα. Αυτός ο Δημιουργός είναι ένας απ' τους κατώτερους αιώνες, όπως τους ονόμαζαν, στην ιεραρχία που συνδέει τον κόσμο με τον Θεό, μια που ο Θεός είναι υπερβατικός και μακριά από τον κόσμο. Συνδέεται όμως με τον κόσμο διαμέσου μιας ιεραρχίας αιώνων. Ο τελευταίος είναι ο Δημιουργός που έφτιαξε τον κόσμο. Συνεπώς, δεν είναι δημιουργός του κόσμου ο Θεός ο ίδιος, ο Θεός Πατήρ.

Τον Γνωστικισμό τον πολέμησε η Εκκλησία και κατ' εξοχήν ο μεγάλος θεολόγος της εποχής εκείνης, ο Ειρηναίος, ο οποίος πήρε την αντίθετη θέση, ότι δηλαδή ο Θεός ο Ίδιος, ο Θεός Πατήρ δημιούργησε τον κόσμο.

Έτσι έφερε σε άμεση σχέση τον Θεό με τον κόσμο. Γιατί το Σύμβολο της Πίστεως λέει σαφώς ότι: "Πιστεύω εις έναν Θεό Πατέρα Παντοκράτορα, ποιητήν ορατών τε πάντων και αοράτων". Ο Πατήρ ποιητής. Όχι ο Θεός, αλλά ο Πατήρ ο Ίδιος. Αυτή η άμεση εμπλοκή του Θεού Πατρός στη δημιουργία του κόσμου ήταν η απάντηση στο Γνωστικισμό. Τα κίνητρα που οδήγησαν την εκκλησία στο να πάρει αυτή τη θέση στο άμεσο της εμπλοκής του Θεού είναι κυρίως τα εξής: Αν δεχόταν η εκκλησία ότι ο Θεός δεν είχε καμιά ανάμιξη στη δημιουργία του κόσμου, πρώτα ετίθετο σε αμφισβήτηση η Παντοδυναμία του Θεού. Ο Θεός δεν ήταν σε θέση να φτιάξει αυτό τον κόσμο. Αλλά όχι τόσο πολύ η παντοδυναμία, όσο η αγάπη του Θεού, γιατί σήμαινε ότι ο Θεός δεν έχει σχέση προσωπική με τον κόσμο. Και σε τελική ανάλυση ετίθετο το θέμα αν αυτός ο κόσμος μπορεί ν' απαλλαγεί από το κακό, αν είναι μέσα στη φύση του το κακό. Το κακό είναι κάτι το επίκτητο και δεν είναι στοιχείο της φύσεως. Εφόσον έπαιρνε την άποψη η Εκκλησία ότι ο Θεός ο Ίδιος δημιούργησε τον κόσμο, έπαιρνε αυτομάτως τη θέση ότι ο κόσμος δεν είναι στη φύση του κακός.

Αλλά η φροντίδα και η αγωνία του Γνωστικισμού να εξηγήσει το κακό και η προσπάθειά του να μην αποδώσει το κακό στον Θεό, αυτό δημιουργούσε το ερώτημα πώς ήλθε το κακό. Και η απάντηση βέβαια ήταν ότι το κακό έρχεται από την ελευθερία του ανθρώπου, την ελευθερία του κτιστού, των δημιουργημάτων. Επειδή δόθηκε αυτή η ελευθερία εμφανίσθηκε το κακό. Ο κόσμος λοιπόν, δεν είναι κακός. Ο Θεός έχει σχέση προσωπική με τον κόσμο και έχει και δύναμη, είναι παντοδύναμος. Συγχρόνως είναι και Παντοκράτωρ, όπως λέγει το Σύμβολο της Πίστεως. Αυτός δηλαδή που "κρατεί επί πάντων", έχει την εξουσία επί πάντων, ή κατά μια άλλη ερμηνεία του "Παντοκράτωρ", κρατεί στα χέρια του όλο τον κόσμο.

Έχουμε έναν Θεό που έχει σχέση και με τη δημιουργία. Έναν Θεό που δημιουργεί κάτι εκτός του εαυτού Του. Αυτό όμως εκτός από τον κίνδυνο ν' αποδοθεί το κακό στον Θεό, ο οποίος κίνδυνος αποφεύγεται με την ελευθερία του ανθρώπου, εγκυμονεί έναν άλλο κίνδυνο, τον κίνδυνο να θεωρηθεί ο κόσμος σαν μια προέκταση του Θεού, δηλ. να θεωρηθεί ο κόσμος σαν κάτι που ο Θεός το είχε μέσα Του και το έβγαλε στην επιφάνεια. αυτή η αντίληψη κυκλοφορούσε επίσης εξ ίσου με τον Γνωστικισμό στο πολιτιστικό κλίμα της εποχής εκείνης και η Εκκλησία διατυπώνοντας το δόγμα της δημιουργίας έλαβε υπ' όψιν της και αυτήν, η οποία ήταν αντίθετη της αντιλήψεως του Γνωστικισμού. Ο Γνωστικισμός χώριζε τον Θεό από τον κόσμο ενώ η παραπάνω αντίληψη ένωνε τον Θεό με τον κόσμο τόσο πολύ που δεν μπορούσε να θεωρηθεί ο Θεός χωρίς τον κόσμο. Η αντίληψη αυτή πήγαζε από τον Πλάτωνα και τις ιδέες περί της δημιουργίας που είχε ο Πλάτωνας και διαμορφώθηκε τελικά την εποχή αυτή που εμφανίζεται το Σύμβολο της Πίστεως. Διατυπώθηκε κάτω από την επίδραση ενός μεγάλου πλατωνιστή της εποχής εκείνης, του Φίλωνα του Ιουδαίου.

Θα πρέπει λοιπόν να δούμε τις αντιλήψεις αυτές περί δημιουργίας και σε αντίθεση μ' αυτές, να δούμε την χριστιανική αντίληψη. Ο Πλάτωνας αφιέρωσε ένα έργο του, τον "Τίμαιο", στο θέμα της δημιουργίας του κόσμου. Αυτό που φαίνεται ότι προκάλεσε τον Πλάτωνα στο να γράψει εκτενώς για το θέμα περί δημιουργίας, ήταν οι αντιλήψεις που υπήρχαν την εποχή εκείνη και καλλιεργούνταν από τους φιλοσόφους της εποχής εκείνης, σύμφωνα με τις οποίες ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από κανέναν άλλο. Ήταν ένα τυχαίο συμβάν. Όταν λέμε τυχαίο, εννοούμε, ή τυχαίο όπως έλεγαν οι Επικούριοι, ή ότι οι νόμοι της φύσεως είναι ο ίδιος ο Θεός. Δεν μπορούμε να πούμε για τον Θεό τίποτε πέρα απ' αυτό που η ίδια φύση περιέχει μέσα της σαν λογική και συνεκτική δύναμη. Οι λεγόμενοι φυσιολόγοι που ξεκινούσαν από τον Παρμενίδη και τον Ηράκλειτο και όλους αυτούς, αποτελούσαν θα λέγαμε τους αντιπάλους του Πλάτωνα. Ο Πλάτωνας πίστευε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από κάποιον τον οποίο ονόμαζε και Πατέρα. Πρόβλεπε μάλιστα στην "Πολιτεία" βαρύτατες ποινές για τους αθέους. Αντίθετα, δεχόταν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό. Ήταν συνεπώς, (γι' αυτό και πολλοί Χριστιανοί σαγηνεύτηκαν από τον Πλάτωνα), ο θεολόγος και πιστός της αρχαιότητας.

Αν διαβάσει κανείς τον "Τίμαιο" και τις αντιλήψεις του περί δημιουργίας, θα προσέξει ότι δεν είναι αυτό ακριβώς που θα ήθελαν οι Χριστιανοί να πούνε δημιουργία. Διότι ενώ έλεγε ο Πλάτων ότι τον κόσμο τον δημιούργησε ο Θεός, αυτό που εννοεί είναι ότι ο Θεός Πατήρ, ο Νους όπως τον ονομάζει, ενέργησε όπως ενεργεί ένας καλλιτέχνης, ένας τεχνίτης, ο οποίος παίρνει ύλη, έχει ιδέες στο μυαλό του, παίρνει και ένα καναβάτσο και εκεί πάνω βάζει αυτό που θέλει να δημιουργήσει. Και όπως περιγράφει την δημιουργία του κόσμου τον "Τίμαιο", εμφανίζει πραγματικά τον Θεό να παίρνει ύλη, ιδέες που υπάρχουν και μέσα στον χώρο αυτό που λειτουργεί σαν ένα είδος καναβάτσου, να τοποθετεί τον κόσμο και ντου δίνει την ομορφιά και τον ρυθμό που έχει. Συνεπώς, ο Θεός δημιουργεί από προϋπάρχοντα στοιχεία, γι' αυτό όπως λέγει ο Πλάτωνας στον "Τίμαιο", ο κόσμος που δημιούργησε ο Θεός είναι ο καλύτερος που μπορούσαμε να έχουμε, αλλά δεν είναι ο τέλειος. Δεν μπορεί να είναι τέλειος γιατί ανθίστατο, όπως λέγει, και ο χώρος και η ύλη με τους νόμους που είχαν μέσα τους στην προσπάθεια του Δημιουργού να φτιάξει το τέλειο βάσει των ιδεών. Συνεπώς, ο Θεός έκανε ό,τι μπορούσε, μας έδωσε το καλύτερο που μπορούσε, ο κόσμος αυτός είναι ο καλύτερος που μνημονεύεται αλλά δεν είναι ο ιδεατός, ο τέλειος. Ο ιδεατός είναι ο κόσμος των ιδεών, που δεν είναι αυτός που βλέπουμε αλλά είναι ο απόλυτα τέλειος.

Ο Πλάτωνας και οι αρχαίοι Έλληνες ήταν πολύ ευτυχείς που ζούσαν σ' αυτό τον κόσμο. Υπήρχε όμως η τάση ν' αποδοθεί το κακό στην ύλη και στους νόμους της ύλης, στους νόμους του χώρου, στους περιορισμούς του χώρου που αντιμάχονται τις ιδέες και συνεπώς αυτός ο κόσμος βρίσκεται σ' ένα επίπεδο κατώτερο του ιδεατού κόσμου. Και όσο πάμε πιο κάτω προς την ύλη, τόσο πιο πολύ φεύγουμε από τον ωραίο κόσμο που ήθελε να δημιουργήσει ο Θεός και δεν τα κατάφερε λόγω των προβλημάτων που αναφέρθηκαν.

Όταν ο "Τίμαιος" που διαβαζόταν πάρα πολύ στην εποχή των Πατέρων, ιδιαίτερα στους πρώτους αιώνες, έφτασε στα χέρια του Φίλωνα, - ο οποίος ήθελε να συμβιβάσει, να συνθέσει με τον Πλάτωνα την πίστη του την Βιβλική, γιατί ήταν Ιουδαίος - κατάλαβε ότι υπάρχουν προβλήματα. Και το πρώτο που διατύπωσε ήταν ότι: όπως τον εμφανίζει ο Πλάτων τον Θεό, υπόκειται στην ανάγκη της ύλης. Προϋπάρχει η ύλη, και τη βρίσκει ο Θεός έτοιμη. Δημιουργείται έτσι το πρόβλημα ποιος δημιούργησε την ύλη. Ο Πλάτων δεν την θεωρεί δημιούργημα του Θεού, οπότε κάνει το βήμα ο Φίλων και τοποθετεί την ύλη σαν δημιούργημα του Θεού. Λέει ότι ο Θεός δημιούργησε την ύλη, και έτσι εξασφαλίζει την ελευθερία του Θεού έναντι της ύλης. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό το πρόβλημα για τον Πλάτωνα όπως είδαμε. Ήταν και το πρόβλημα των Ιδεών, γιατί για τον Πλάτωνα οι ιδέες ήταν επίσης προϋπάρχουσες και ο Θεός τις βρήκε. Οπότε θα έπρεπε ο Φίλων να λύσει και αυτό το πρόβλημα.

Η λύση που έδωσε ήταν ότι οι ιδέες είναι οι σκέψεις του ίδιου του Θεού. Δεν είναι πάνω από τον Θεό, αλλά είναι μέσα στον Θεό. Προσέξτε, οι ιδέες έχουν μεγάλη σημασία για τη δημιουργία, γιατί οι ιδέες είναι η σταθερή βάση πάνω στην οποία στηρίζεται ο κόσμος. Τα φαινόμενα είναι μεταβλητά. Ό,τι βλέπουμε στον κόσμο είναι μεταβλητό. Ο αρχαίος Έλληνας πάντα προβληματιζόταν. Ήθελε να ξεπεράσει τη φθορά και γι' αυτό βρήκε διέξοδο στις ιδέες. Οι ιδέες είναι ακριβώς η αλήθεια αυτού του κόσμου. Εάν ένα τραπέζι είναι αληθινό και δεν είναι ψεύτικο, και είναι ψεύτικο διότι μεταβάλλεται και φεύγει, πρέπει να υπάρχει ένα αιώνιο τραπέζι. Εάν δεν υπάρχει, δεν υπάρχει τραπέζι ως αλήθεια. Συνεπώς, η ιδέα του τραπεζιού είναι απαραίτητη. Κάθε ον έχει την ιδέα, τον λόγο του, τον λόγο της υπάρξεως και αυτοί οι λόγοι των όντων, αυτές οι ιδέες που υποστηρίζουν τα όντα είναι ζήτημα σιγουριάς και ασφάλειας για τον αρχαίο Έλληνα. Αυτές οι ιδέες των όντων, για τον Πλάτωνα ήταν ανεξάρτητες από τον Θεό. Ο Θεός τις βρίσκει και τις χρησιμοποιεί. Πολλοί ταυτίζουν την ιδέα  του αγαθού και την ιδέα του καλού, δηλαδή του ωραίου με τον Θεό στον Πλάτωνα. Αλλ' αυτό είναι συζητήσιμο μεταξύ των ειδικών.

Ο Δημιουργός Θεός στο κείμενο του "Τίμαιου", σαφώς δεν κείται υπεράνω των ιδεών αλλά κάτω από τις ιδέες, υπόκειται στις ιδέες, κάνει ό,τι οι ιδέες του επιβάλλουν. Π.χ. κάνει τον κόσμο σφαιρικό διότι δεν μπορούσε να μην τον κάνει σφαιρικό γιατί το σχήμα της σφαίρας είναι το ιδεώδες σχήμα για τον Πλάτωνα. Θα μπορούσε να τον κάνει τριγωνικό ή τετράγωνο, όμως οι γωνιές αυτές θα δημιουργούσαν προβλήματα ιδεώδους σχήματος. Η σφαίρα είναι το ιδεώδες σχήμα, γι' αυτό ο Θεός δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά παρά να χρησιμοποιήσει το σφαιρικό σχήμα γιατί έπρεπε να κάνει ιδεατό κόσμο. Οι ιδέες λοιπόν, υποχρεώνουν τον Θεό να ενεργήσει κατ' ένα τρόπο δημιουργίας ορισμένο, όπως και η ύλη από την άλλη μεριά τον υποχρεώνει να μην μπορεί να κάνει αυτό το ιδεώδες.

Ο Φίλων βλέπει ότι αυτά δεν ταιριάζουν με την ελευθερία του Θεού κατά κάποιο τρόπο και αλλοιώνει τον Πλατωνισμό μεταφέροντας ουσιαστικά τις ιδέες αυτές μέσα στο νου του Θεού και λέγοντας ότι ο κόσμος όλος με τις ιδέες του, τους λόγους των όντων, έχει το είναι, την ασφάλειά του μέσα στο νου του Θεού. Μ' αυτό τον τρόπο νόμισε ότι έλυσε το πρόβλημα της ελευθερίας του Θεού έναντι των ιδεών, αλλά δημιούργησε ένα άλλο πρόβλημα. Πριν πούμε το πρόβλημα που δημιούργησε, θα πρέπει να πούμε ότι οι ιδέες του Φίλωνα επηρέασαν όλη τη φιλοσοφία της εποχής εκείνης και οδήγησαν στον Νεοπλατωνισμό ο οποίος δεχόταν τον κόσμο σαν μια απορροή από τον Ένα Θεό, δηλαδή μια προέκταση των ιδεών, των σκέψεων του Ενός στην πολλαπλότητα του κόσμου. Επηρέασαν όμως και τον Χριστιανισμό κυρίως στο πρόσωπο του Ωριγένη τα προβλήματα που δημιούργησε αυτή η άποψη. Τα προβλήματα τα βλέπουμε κυρίως αν κοιτάξουμε τον Ωριγένη προσεκτικά, επειδή υπάρχει αυτή η στενή σύνδεση μεταξύ των λόγων των όντων και του κόσμου των όντων που είναι στον Θεό και του κόσμου των όντων που είναι δημιουργημένα. Υπάρχει αυτή η στενή σχέση. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πάντοτε ότι ο κόσμος είναι αιώνιος και ότι οι λόγοι των όντων, οι ιδέες που στηρίζουν τον κόσμο είναι αιώνιες. Συνεπώς, με την μορφή την ιδεατή ο κόσμος είναι αιώνιος.

Ο Ωριγένης έχοντας ασπασθεί αυτή την άποψη του Φίλωνα, μίλησε για δυο μορφές δημιουργίας. Μια είναι η αιώνια δημιουργία, ότι ο Θεός αιώνια σκεπτόταν αυτό τον κόσμο με τους λόγους αυτών των όντων, οι οποίοι λόγοι συναντώνται στον έναν Λόγο, τον Υιό και Λόγο. Καθώς λοιπόν μέσα σ' αυτό τον ένα Λόγο ο Θεός είχε τους λόγους όλων των όντων, δημιουργούσε αυτό τον κόσμο και ο κόσμος αυτός ήταν σ' ένα αιώνιο επίπεδο παρών. Μετά εν χρόνω, αυτός ο κόσμος, όπως τον βλέπουμε σήμερα κυρίως με την υλική μορφή του, πήρε υπόσταση και υπάρχει αλλά αυτό είναι ένα δεύτερο στάδιο. Είναι ένα στάδιο το οποίο μάλλον είναι κατάπτωση από το πρώτο. Μέσα σ' αυτή την αιώνια δημιουργία ο Ωριγένης έβλεπε και την δημιουργία των ψυχών. Κατά ένα τρόπο πλατωνικό οι ψυχές ήταν αιώνιες και το ευγενέστερο και σπουδαιότερο πράγμα που είχε η δημιουργία. Για τον Ωριγένη επίσης οι ψυχές ήταν αιώνιες σ' αυτή την αιώνια δημιουργία συνδεδεμένες με τον κόσμο των ιδεών, συγχρόνως και τα άυλα πνεύματα, οι άγγελοι. Αλλά όταν αυτή η άυλη ιδεατή δημιουργία, ο κόσμος των ψυχών του Ωριγένη, πήρε σάρκα, πήρε υλική μορφή, την οποία έχουμε και σήμερα, τότε έπεσε ο κόσμος. Η πτώση είναι συνυφασμένη σχεδόν με την δημιουργία αυτού του κόσμου, του υλικού κόσμου. Αυτός ο υλικός κόσμος είναι ένα στάδιο στη δημιουργία, κατώτερο από τον πνευματικό κόσμο. Ο πνευματικός κόσμος των αγγέλων και των ψυχών, είναι αιώνιος, ενώ αυτός είναι φθαρτός. Επομένως, όταν μιλούμε για δημιουργία κατά τον Ωριγένη, αναπτύσσουμε θα έλεγε κανείς ολόκληρη πνευματικότητα γιατί μιλούμε πλέον για την δημιουργία αυτή την ειδική σαν κάτι που χρειάζεται κάθαρση από την ύλη. Μιλούμε για το σώμα σαν μια φυλακή της ψυχής. Και επομένως, απελευθέρωση, σωτηρία του ανθρώπου, σημαίνει απαλλαγή από την ύλη, από το σώμα. Σημαίνει επανεύρεση αυτής της αρχικής καταστάσεως, όπου οι ψυχές και τα πνεύματα ήταν απαλλαγμένα από την φθορά και από την ύλη. Αυτό επίσης συνεπάγεται την αντίληψη ότι ο ασώματος κόσμος, δηλαδή οι άγγελοι, είναι ποιοτικά ανώτεροι από τους σωματικούς, και συνεπώς ο άνθρωπος όταν μοιάζει στους αγγέλους, τότε πλησιάζει τον Θεό. Για να μοιάσει στους αγγέλους, πρέπει ν' απαλλαγεί από κάθε τι το υλικό. Όσο απαλλάσσεται από την ύλη, τόσο πλησιάζει τον Θεό, τόσο λυτρώνεται από την ύλη. Με τον τρόπο αυτό ο Ωριγένης έκανε ένα βήμα πιο πέρα από τον Πλάτωνα προς τον Χριστιανισμό, αλλά ουσιαστικά παρέμεινε δεσμευμένος στις πλατωνικές αντιλήψεις.

Γιατί δημιουργεί προβλήματα; Το κύριο πρόβλημα που δημιουργεί αυτή η αντίληψη, ξεκινάει από τον Φίλωνα, και είναι ότι, ενώ φαίνεται ότι απελευθερώνει τον Θεό, στην ουσία Τον δεσμεύει! Γιατί κάνει τον κόσμο αιώνια παρόντα μέσα στη σκέψη του Θεού. Το ότι ο κόσμος είναι παρών μέσα στη σκέψη του Θεού με τη μορφή αυτών των λόγων, το ότι ο Θεός αιώνια δημιουργεί, αυτό σημαίνει ότι δίπλα στον Θεό, μέσα στον Θεό, υπάρχει κάτι άλλο, ένα άλλο εγώ του Θεού, το μη εγώ, το οποίο καθορίζει την ύπαρξη του Θεού. Δηλαδή ο Θεός είναι αδιανόητος χωρίς τον κόσμο και έτσι καταντούμε να λέμε ότι είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τον θεό χωρίς να μιλούμε συγχρόνως και για τον κόσμο. Είναι αδύνατο να υπάρχει ο Θεός χωρίς συγχρόνως να υπάρχει ο χρόνος και ο κόσμος με κάποια μορφή όπως αυτή του ιδεατού κόσμου της αιώνιας δημιουργίας.

Αυτό δεσμεύει την ελευθερία του Θεού. Τη δεσμεύει οντολογικά και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα που δημιουργούν ο Φίλων και ο Ωριγένης. έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος ώστε η σχέση του θεού και του κόσμου να είναι μια σχέση θετική πως είδαμε στον Ειρηναίο, και να μην είναι σχέση αναγκαστική για τον Θεό. Δηλαδή ο κόσμος να μην υπάρχει γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, - γιατί ο Ίδιος ο Θεός τον έχει αιωνίως μέσα του,- αλλά να είναι δημιούργημα ελεύθερο.

Αυτό το εξέφρασαν οι Πατέρες αντιτιθέμενοι ακριβώς σ' αυτές τις ιδέες τις πλατωνικές με την έννοια της δημιουργίας εκ του μηδενός. Ο κόσμος λοιπόν δεν είναι απλώς μόνο δημιούργημα του Ιδίου του Θεού, δεν είναι αρκετό αυτό να το πούμε εναντίον των Γνωστικών, αλλά πρέπει να πούμε ότι είναι και δημιούργημα εκ του μηδενός εναντίον των Πλατωνικών και Νεοπλατωνικών.

 

Το άρθρο αυτό στα Αγγλικά

Πληκτρολόγηση: Ν. Μ.

Δημιουργία αρχείου: 15-7-2006.

Τελευταία ενημέρωση: 25-8-2006.

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

ΕΠΑΝΩ