Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Δογματικά και Θρησκείες

 

Αίρεση: 1ο Μέρος

Η σημασία και η ιστορία της λέξεως "αίρεση"


Έρευνα: Αγάπιος Ματσαγκούρας

Δες το 2ο μέρος: Η "αίρεση" και οι "αιρετικοί" στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο

Για το άρθρο αυτό χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από το «Θεολογικό Λεξικό της Καινής Διαθήκης» (:Theological Dictionary of the New Testament) — Εκδότης Gerhard Kittel, Μετάφραση στην Αγγλική υπό Geoffrey W. Bromiley. (για την Ελληνική Aγάπιος Mατσαγκούρας)] Τομ. 1 σελ. 180-184.

Σημείωση: Επειδή ο κατασκευαστής της ιστοσελίδας αυτού του άρθρου δεν γνωρίζει Εβραϊκά ή Γερμανικά, και η ψηφιοποίηση έγινε από κακοτυπωμένο έγγραφο, είναι δυνατόν κάποιοι Εβραϊκοί ή Γερμανικοί χαρακτήρες που περιέχονται στη συνέχεια, να μην επελέγησαν σωστά από τα σχετικά αλφάβητα, λόγω δυσκολίας του κατασκευαστή να τους διακρίνει από το πρωτότυπο.

 

1. «αίρεσις» κλασική και ελληνιστική χρήση

Από το 'αιρείν’. Στην κλασική Ελληνική χρησιμοποιείται για να δηλώσει:

α. «αρπαγή-κατάληψη-εκπόρθηση, π. χ. μιας πόλης (Ηροδ. ΙV, 1) ·

β. «εκλογή» 'αιρέομαι' (μεσ.), τόσο με τη γενική έννοια της επιλογής κάποιας δυνατότητας όσο και με την έννοια της εκλογής κάποιου σε κάποιο αξίωμα· «κλίση-ροπή» (αντ. φυγή )·

γ. «απόφαση» ή «τόλμημα, «προσπάθεια που κατευθύνεται σε κάποιο στόχο, σχεδόν 'προαίρεσις' (Πλατ. 'Φαίδρ.' 256γ). Η τελευταία σημασία διατηρείται στους ελληνιστικούς χρόνους και κάπου - κάπου στη Χριστιανική γραμματεία (Ditt. SyII.,3 675, 28· Ερμάς, 9, 23, 5).

 

Απ’ αυτήν αναπτύσσεται στην Ελληνιστική περίοδο η κυρίαρχη αντικειμενική χρήση του όρου που υποδηλώνει:

α. «δοξασία» και ειδικά

β. «σχολή. Η 'αίρεσις' του φιλοσόφου, η οποία στην αρχαιότητα πάντοτε συμπεριλαμβάνει επιλογή 'Βίου' με ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, σχετίζεται με 'δόγματα' στα οποία άλλοι δίνουν την 'πρόσκλησή' τους. Έτσι έχουμε την 'αίρεση' (:διδασκαλία) μιας ιδιαίτερης 'αρεσεως' (:σχολής)1. Παράβαλλε τον τίτλο ενός έργου του Αντίπατρου από την Ταρσό (2ος αι. π. Χ. ) 'κατά των αιρέσεων', και το σύγγραμμα του Χρυσίππου 'αίρεσις προς Γοργιππίδην' (Διογ. Λ., VII, 191)· επίσης το χαρακτηρισμό των φιλοσοφικών σχολών ως 'αιρέσεων’ στο έργο του Πολύβιου (Πολυβ. V, 93, 8 (Περιπατητική)], καθώς και από το Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα [:Ρηματική Σύνθεση» Dion. Hal. Compos. Verb., 19, σελ. 134, 3 κ. εξ. (η γ΄ Ισοκράτους και των εκείνω γνωρίμων αίρεσις)], το Σήξτο τον Εμπειρικό (Sext. Emp. Pyrrh. Hyp., 1, 16) και το Διογένη το Λαέρτιο [Diog. L., Ι, 19 (του δε ηθικού [ενν. μέρους της φιλοσοφίας] γεγόνασιν αιρέσεις δέκα: Ακαδημαϊκή, Κηρυναική κτλ. )]. Για την έννοια μιας τέτοιας κοινότητας — όπως ακριβώς έχουμε 'αιρέσεις κατά φιλοσοφίαν’ (Sext. Emp. Pyrrh. Hyp., 1, 185), έχουμε και 'κατά Iατρικήν αιρέσεις' (όπ. παρ., Ι, 237) — είναι σπουδαία τα ακόλουθα χαρακτηριστικά -απόψεις: η συγκέντρωση της αιρέσεως μέσα από μια περιεκτική κοινωνία και κατά συνέπεια η οριοθέτησή της ως προς τις άλλες σχολές· η αυτοεκλεγμένη αυθεντία-εξουσία ενός δασκάλου· το σχετικά αυταρχικό και σχετικά αμφισβητήσιμο δόγμα-δοξασία· ο ιδιωτικός χαρακτήρας όλων αυτών των χαρακτηριστικών.

2. 'αίρεσις' και 'מיו' στη Μετάφραση των Ο' και στον Ιουδαϊσμό

Στη Μετάφραση των Ο' η 'αίρεσις' βρίσκεται κάπου - κάπου με τη γενική έννοια της «εκλογής»: 'εξ αιρέσεως' ή 'κατά αίρεσιν’ , δηλ. ύστερα από ελευθέρα εκλογή ή εθελουσίως: Γεν. 49/μθ' 5· Λευ. 22/κβ΄ 18, 21· Α΄ Μακκ. 8/η΄ 30.2 Το εβραϊκό ισοδύναμο είναι: 'נרבה' Πιο σπουδαία είναι η σημασία του όρου στον Ελληνιστικό και στο Ραββινικό Ιουδαϊσμό. Δε χρειάζεται να μας προξενήσει έκπληξη το γεγονός ότι ο Φίλων από τη μια τον χρησιμοποιεί για να δηλώσει μια Ελληνική φιλοσοφική σχολή (βλ. π. χ. Plant. 151), ενώ από την άλλη επιστρατεύεται για το χαρακτηρισμό εκείνου που ο Φίλων ονομάζει σεβαστή Φιλοσοφική κοινωνία των Θεραπευτών (όπως π. χ. στο Vit. Cont., 29). Ο Ιώσηπος επίσης χρησιμοποιεί τον όρο για τη θρησκευτική κοινότητα των Εσσαίων (Ιουδ. Πόλ. Bell. 2, 118). Πράγματι, ο Ιώσηπος βλέπει όλες τις Ιουδαϊκές θρησκευτικές 'σχολές' με τους όρους των Ελληνικών φιλοσοφικών 'σχολών'. Γράφει ότι οι Εσσαίοι, οι Σαδδουκαίοι και οι Φαρισαίοι είναι οι 'τρεις παρ’ ημών αιρέσεις'· Αφού εξέτασε και τις τρεις, ο Ιώσηπος αποφάσισε 'πολιτεύεσθαι τη των Φαρισαίων αιρέσει κατακολουθών, ή| παραπλήσιος εστί τη παρ’ Έλλησιν Στωϊκή λεγομένη'. (Vit., 12). (Βλ. Για τη γλωσσολογική χρήση Vit., 191, 197· «Αρχ.» - Ant. 13, 171 και 293). Μολονότι ο Ιώσηπος επιλέγει αυτόν τον όρο επειδή εν μέρει έχει την τάση να συγκρίνει, ωστόσο δικαιολογείται από την καθ’ ύλην σχέση μεταξύ των Παλαιστινών Ιουδαϊκών και των Ελληνικών σχολών στη βασική τους 6ομή. Ο όρος 'αίρεσις' προσδιορίζει ταιριαστά το 'μόριόν τι Ιουδαϊκόν' («Αρχ.» 17, 41) ή 'σύνταγμά τι Ιουδαίων' (Ιουδ. Πόλ. Bell., 1, 110).

Ο αντίστοιχος όρος του Ραββινικού Ιουδαϊσμού είναι: 4'מיו'  ο οποίος μπορεί να σημαίνει και τα δύο — 'αίρεσις' και 'αιρετικός'.5 όπως και ο όρος «αίρεσις» που χρησιμοποιεί ο Ιώσηπος, η εβραϊκή λέξη 'מיו' έδειχνε αρχικά τάσεις και ομάδες εντός του Ιουδαϊσμού. Γρήγορα ωστόσο, όταν ορισμένοι 'minim' διαχώρισαν τους εαυτούς τους από την Ορθόδοξη Ραββινική παράδοση, έφτασε να χρησιμοποιείται μόνο για εκείνες τις τάσεις εντός του Ιουδαϊσμού στις οποίες ήταν αντίθετοι οι Ραββίνοι 6 έτσι η λέξη χαρακτηρίστηκε sensu malo (προσέλαβε τη χειρότερη έννοια). Έτσι με τον όρο αυτό στιγματίστηκαν ορισμένες ομάδες ως 'αιρετικές'. Αυτήν την έννοια βρίσκουμε στα Ραββινικά γραπτά που ανήκουν στο τέλος του 1ου και στις αρχές του 2ου αι. μ. Χ., π. χ. στο birkat ha-minim που προφανώς ενσωματώθηκε στην Προσευχή των Δεκαοχτώ Αιτήσεων προς το τέλος του 1ου αιώνα (bBer., 28b)7. Στο τέλος του 2ου αι. ο όρος απόχτησε νέα σημασία. Εφαρμοζόταν όχι τόσο στα μέλη μιας αιρέσεως του Ιουδαϊσμού όσα στους οπαδούς άλλων πίστεων, ιδιαίτερα σε Χριστιανούς και σε Γνωστικούς.8 Μπορείτε να παραβάλετε το ραββινικό 'מתלולת'  (TSota, 14, 1 κ. εξ. Τ. Sanh., 7, 1).9 Όμως αυτό αντιστοιχεί μάλλον στο ελληνικό 'Σχίσμα' το οποίο κυρίως υπονοεί προσωπικά υποκινούμενες αμφισβητήσεις, ενώ το 'מיו' είναι το ακριβές αντίστοιχο της 'αιρέσεως'.

 

3. 'Αίρεσις' στην Κ. Δ.

Για να κατανοήσουμε τις δηλώσεις της Κ. Δ. σχετικά με την 'αίρεση' πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το ελληνιστικό και το Ιουδαϊκό υπόβαθρο.

1. Στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων ο όρος χρησιμοποιείται ακριβώς όπως τον χρησιμοποιεί και ο Ιώσηπος και οι παλαιότεροι Ραββίνοι (βλ. παραπάνω· παράβαλλε 'αίρεσις των Φαρισαίων’ στο 15/ιε' 5' «ότι κατά την ακριβεστάτην αίρεσιν της ημετέρας θρησκείας έζησα Φαρισαίος» στο 26/κς' 5. Η Χριστιανοσύνη επίσης ονομάζεται 'αίρεσις' από τους πολεμίους της στο 24/κδ' 5: «πρωτοστάτης τής των Ναζωραίων αιρέσεως». Παράβαλλε 24/κδ' 14· 28/κη' 22· επίσης Ιουστ. Διάλ. 17:1· 108, 2· Πραξ. Φιλ. (Act. Phil. ), 15. Στα κείμενα αυτά ο όρος έχει τη φυσική έννοια της «σχολής».

2. Κατέναντι αυτού του υποβάθρου, είναι αδύνατο να επιλύσουμε το πρόβλημα του πώς προήλθε η ειδική έννοια που προσδόθηκε από τους Χριστιανούς στην 'αίρεση'. Γιατί η ανάπτυξη της έννοιας της λέξης μεταξύ των Χριστιανών δεν έγινε καθόλου κατ’ αναλογίαν προς την ανάπτυξη της έννοιας της Ραββινικής 'מיו'. Στον Ιουδαϊσμό, κατά τη διαδικασία του χωρισμού των μη ορθοδόξων ομάδων, οι ετερόδοξες κατέληξαν να χαρακτηρίζονται ως 'αίρεσις'. Αντίθετα, στη Χριστιανοσύνη φαίνεται ότι η λέξη ήταν εξαρχής υποψιασμένη· όταν χρησιμοποιείται ως Χριστιανικός τεχνικός όρος με συνειδητή ή ασυνείδητη σύνδεση είτε με τις ελληνικές φιλοσοφικές σχολές είτε με τις Ιουδαϊκές αιρέσεις, δείχνει αμέσως κοινωνίες που βρίσκονται έξω από τη Χριστιανοσύνη και τη Χριστιανική Εκκλησία.10 Συνεπώς δεν οφείλει την σημασία της στη (βαθμιαία) ανάπτυξη κάποιας ορθοδοξίας.

Η βάση της Χριστιανικής αντίληψης - έννοιας της 'αιρέσεως' πρέπει να ανευρεθεί στη νέα κατάσταση που δημιουργεί η εισαγωγή της Χριστιανικής Εκκλησίας· 'Εκκλησία' και 'αίρεσις' αντιτίθενται η μια στην άλλη. Η 'αίρεσις' δε δέχεται την 'Εκκλησία', η δε 'Εκκλησία' αποκλείει την αίρεση'. Αυτό μπορεί να το δει κανείς στην προς Γαλ. Επιστολή 5/ε' 20, όπου η 'αίρεσις' συγκαταριθμείται στα «έργα της σαρκός», μαζί με τα «έρις, έχθραι, ζήλος, θυμοί, εριθείαι και διχοστασίαι. Ωστόσο, ούτε εδώ ούτε οπουδήποτε αλλού στην Κ. Δ. δεν έχει τεχνική έννοια. Στην Α΄ Κορ. 11/ια΄ 18 και εξής βλέπουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια ότι είναι αδύνατο η 'αίρεσις' να συνυπάρχει εντός της Χριστιανοσύνης. Μνεία της αιρετικής σύναξης στην οποία η κοινότητα συνάγεται σαν Εκκλησία φέρει τον Παύλο πίσω στα σχίσματα της Α΄ Κορ. 1/α:10 και εξής· 'σχίσματα' είναι ρήξεις στην κοινότητα που υποκινούνται από προσωπικές διενέξεις. Ο Παύλος πιστεύει εν μέρει τις αφηγήσεις που φτάνουν σ’ αυτόν, πώς δηλαδή υπάρχουν τέτοιες διαιρέσεις στην κοινότητα. Λέει πώς πιστεύει εν μέρει τις πληροφορίες που έχει επειδή «δει γαρ καν αιρέσεις εν υμίν είναι, ίνα [και] οι δόκιμοι φανεροί γένωνται εν υμίν.» Εδώ δε μας ενδιαφέρει αν τα λόγια που χρησιμοποιεί ο Παύλος είναι απόκρυφα λόγια του Κυρίου (Παράβαλλε Ιουστ. Διάλ., 35, 3. Διδασκ., 118, 35). Η δήλωσή του έχει γι’ αυτόν έννοια εσχατολογικο-δογματική·11 εδώ η 'αίρεσις' κατανοείται με την εσχατολογική διάσταση της σημασίας της. Από την άποψη αυτή διακρίνεται από το 'σχίσμα'12 και προφανώς δηλώνει κάτι πιο σοβαρό. Το πιο σοβαρό θέμα είναι ότι οι 'αιρέσεις' επηρεάζουν το δογματικό θεμέλιο της Εκκλησίας (Β΄ Πέτρ. 2/β: 1) και μάλιστα το κάνουν με τόσο θεμελιώδη τρόπο ώστε ανεγείρουν μια νέα (μια άλλη) κοινωνία παράπλευρα στην Εκκλησία. Η Εκκλησία δεν μπορεί να δεχτεί αυτήν την παράπλευρη κοινωνία, εφόσον ως η νόμιμη δημόσια σύναξη του όλου λαού του Θεού η Εκκλησία αγκαλιάζει αυτόν το λαό περιεκτικά και κατ’ αποκλειστικότητα. Από την ίδια τη φύση της, η 'αίρεσις' αποτελεί μέγεθος ιδιωτικό, περιορισμένου κύρους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια 'σχολή', έναν όμιλο. Αν η Εκκλησία συγκατανεύει και συναινεί σε 'αιρέσεις', τότε και η ίδια γίνεται 'αίρεσις' και ως εκ τούτου καταστρέφει τον περιεκτικό «πολιτικό» ισχυρισμό ή αξίωμά της. Για να αναφέρουμε μια παραπλήσια αναλογία, στην πολιτική ζωή ή έννοια του κομματικού ομίλου, του κόμματος, ως εξ ορισμού δεν ταυτίζεται με τον όλο λαό της Πολιτείας.

 

4. 'αίρεσις' στην Αρχέγονη Εκκλησία (της πρώτης μεταποστολικής περιόδου)

Στην εποχή που επακολούθησε η 'αίρεσις' εξακολουθούσε να κατανοείται ως μέγεθος εσχατολογικά απειλητικό που ουσιωδώς αντιτάσσεται στην 'Εκκλησία'. Αυτό μπορεί να το δει κανείς στα Ιγν. Εφεσ., 6, 2· Τραλλ., 6, 1· Ιουστ. Διαλ. 51, 2. Εδώ ο όρος έχει ήδη γίνει τεχνικός. Όμως αξίζει να σημειωθεί — και τούτο επιβεβαιώνει όσα έχουμε πει για την ουσιώδη διαφορά μεταξύ «Εκκλησίας και αιρέσεως» — ότι εντός της Χριστιανοσύνης η 'αίρεσις' πάντοτε δείχνει πολέμιες κοινωνίες· πάντοτε υπάρχει συνειδητότητα ότι υφίσταται εσωτερική σχέση μεταξύ των αιρετικών και των κοσμικών φιλοσοφικών σχολών ή των Ιουδαϊκών αιρέσεων (Ιουστ. Απολ., Ι, 26· 8· Διάλ., 80, 4), τις οποίες επίσης προσδιορίζουν με τον όρο 'αίρεσις' .13 Στην περίοδο αυτή η Εκκλησία έχει συνήθως υπόψη της το Γνωστικισμό. Η Εκκλησία βλέπει τους Γνωστικούς να σχηματίζουν σχολές.14 Εδώ σημειώνουμε ότι κάποια στιγμή ο Ωριγένης χάνει την ουσιώδη διάκριση που υφίσταται μεταξύ της 'Εκκλησίας' και της 'αιρέσεως'. Ήταν η εποχή που ο Κέλσος έγειρε κατά της Χριστιανοσύνης την κατηγορία της πολλαπλότητας. Η μόνη άμυνα που αντέταξε ο Ωριγένης «κατά Κέλσου» III, 12) ήταν να δείξει το γεγονός ότι ουδενός πράγματος, «ου μη σπουδαία εστίν η αρχή και τω βίω χρήσιμος, γεγόνασιν αιρέσεις διάφοροι». Καταπώς συμβαίνει στην ιατρική, στην Ιουδαϊκή εξηγητική, το ίδιο συμβαίνει και στη Χριστιανοσύνη, (σημ. μετ. : Η διατύπωση του Ωριγένη φαίνεται να υποβιβάζει τις επιπτώσεις της αιρετικής διδασκαλίας στη σωτηρία του ανθρώπου).

 

5. Aιρετικός

Έχοντας υπόψη μας όσα είπαμε παραπάνω, αυτή η λέξη δεν είναι ανάγκη να μας περιορίζει. Ήδη χρησιμοποιείται στην Ελληνική με την έννοια «εκείνου που μπορεί να κάνει ορθή εκλογή» (Ψευδο-Πλάτων- PS-PL. DEF., 412α)15. Στον Ιώσηπο δεν απαντάται η λέξη. Στη Χριστιανοσύνη φαίνεται πώς από την αρχή η λέξη χρησιμοποιήθηκε με την τεχνική έννοιά της και δηλώνει «τον οπαδό μιας αιρέσεως.16 Στην Κ. Δ. βρίσκεται στην επιστολή προς Τίτον 3/γ' 9 και εξής: «μωράς δε ζητήσεις και γενεαλογίας και έριν και μάχας νομικάς περιίστασο· εισίν ανωφελείς και μάταιαι, αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος». Για την Αρχέγονη Εκκλησία (της μεταποστολικής περιόδου), παράβαλλε Διδασκ., 33, 31. 118, 33. Ειρ., ΙΙΙ, 3, 4. (Πολύκαρπος πολλούς από των προειρημένων αιρετικών επέστρεψεν εις την εκκλησίαν του Θεού, μίαν και μόνην ταύτην αλήθειαν κηρύξας υπό των Αποστόλων παρειληφέναι, την υπό της Εκκλησίας παραδεδομένην)· Κλ. Αλ. Στρωμ., Ι, 19, 95, 4 κ. λπ. » Ιππ. ΕΙ., IV, 47, 5 κ. λπ.

 

6. Σχίσμα και αίρεση

Οι λέξεις σχίσμα και αίρεση σημαίνουν και οι δύο διαρκή και σοβαρή διαίρεση του χριστιανικού λαού, αλλά σε δύο διαφορετικά επίπεδα βάθους: το σχίσμα είναι ρήξη στην κοινωνία της Ιεραρχίας, η αίρεση ρήξη μέσα στην ίδια την πίστη.

Στην ΠΔ, το νοητικό περιεχόμενο της πίστεως ήταν πολύ περιορισμένο και πολύ λίγο επεξεργασμένο, για ν’ αφήσει περιθώρια για την αίρεση. Ο πειρασμός για τον Ισραήλ δε βρισκόταν στο «αιρείν», στην κατά βούληση εκλογή από ένα σύνολο συγκεκριμένων διδασκαλιών, αλλά στο «λατρεύειν θεοίς ετέροις» (Δτ 13,3). Ο πειρασμός ήταν περισσότερο η αποστασία, ή η ειδωλολατρία παρά η αίρεση. Οι αποπλανητές και οι οπαδοί τους, με την παρεκτροπή τους μακριά από το Γιαχβέ, το μόνο Θεό και σωτήρα του Ισραήλ, δε διασπούσαν την ενότητα του αγίου λαού, αλλά καταδίκαζαν τον εαυτό τους ν’ αποκοπούν από το λαό (Δτ 13, 6).

Η κυριολεκτική σημασία της λέξεως «αίρεση» εμφανίζεται, για πρώτη φορά, σε ορισμένα μεταγενέστερα βιβλία της ΚΔ (Β΄ Πε 2,1· Τίτ. 3,10). Για τον Παύλο, οι αφέσεις του (Α΄ Κορ. 11,19) δε διαφέρουν πολύ από τα σχίσματα του (στ. 18). Μολαταύτα είναι πιθανή μια ορισμένη διαβάθμιση. Τα σχίσματα της κοινότητας τείνουν να αποκρυσταλλωθούν σε πραγματικά κόμματα ή αιρέσεις ανταγωνιστικές, με τις ιδιαίτερες θεωρίες τους, όπως υπήρχαν στον ιουδαϊσμό οι αιρέσεις τών Σαδδουκαίων (Πράξ 5,17), των Φαρισαίων (15,5· 26,5), των Ναζωραίων (24,5. 14· 28,22), ή στον ελληνικό κόσμο οι σχολές των ρητόρων (που ονομάζονταν επίσης αιρέσεις).

Η Εκκλησία γνώρισε λοιττόν, σχετικά με τις πλάνες που αφορούν τη διδασκαλία, δύο διαφορετικές αποκλίσεις. Η ενότητά της απειλήθηκε αρχικά από την κρίση που προκάλεσαν οι Ιουδαΐζοντες. Αργότερα, ορισμένοι παρέκκλιναν από την πίστη στο Χριστό (Α΄ Ιω 4,3), γιατί στην πραγματικότητα «ουκ ήσαν εξ ημών» (2,19), κατά το παράδειγμα των μαθητών που είχαν αρνηθεί, στην Καπερναούμ, να πιστέψουν στον Ιησού (Ιω 6,36. 64) και είχαν απομακρυνθεί από κοντά του (στ 66).

 

7. Η κρίση από τους Ιουδαΐζοντες

Η εισδοχή των ειδωλολατρών στην Εκκλησία έθεσε πολύ γρήγορα το πρόβλημα της ισχύος των ιουδαϊκών εθίμων που εξακολουθούσαν να τηρούν οι Ιουδαιοχριστιανοί. Αν η τήρηση των εθίμων αυτών επιβαλλόταν στους μεταστραμμένους Εθνικούς, η επιβολή αυτή θα σήμαινε αναγνώριση της αναγκαιότητάς τους για τη σωτηρία. Αυτή φυσικά ήταν και η αξίωση των ιουδαϊζόντων (Πράξ 15,1). Αυτό όμως, τόνισε ο Παύλος, θα καθιστούσε περιττό το Χριστό και θα στερούσε το Σταυρό από την αποτελεσματικότητά του. Αναζητώντας κανείς τη δικαίωση του στο Νόμο, διακόπτει το δεσμό με το Χριστό και απομακρύνεται από τη χάρη (Γαλ 5,1-6). Η διαίρεση απειλούσε την Εκκλησία. Ο Παύλος βέβαια ήθελε, με κάθε θυσία, να επιτύχει μια συμφωνία με την ιουδαιοχριστιανική Εκκλησία, κυρίως με τους «Ιάκωβον, Κηφάν και Ιωάννην» (2,9), στο θέμα της ελευθερίας των Χριστιανών που ήταν πριν ειδωλολάτρες (2,4· 5,1). Το πέτυχε στη σύνοδο του 49 (Πράξ 15· Γαλ 2,1-10), γιατί διαφορετικά θα είχε τρέξει «εις κενόν»» (Γαλ 2,2), δηλαδή η αποστολική αποκάλυψη (βλ Εφ 3,3-5) θα έπεφτε σε αντίφαση: «ει τις υμάς ευαγγελίζεται παρ’ ό παρελάβετε, ανάθεμα έστω» (Γαλ 1,9).

 

8. Η γέννηση των αιρέσεων

Το κήρυγμα του Παύλου ήρθε αντιμέτωπο, και με την ελληνική σοφία. Ο ζήλος των Κορινθίων γι' αυτή τη σοφία δεν έμεινε χωρίς επιπτώσεις στη διδασκαλία του Παύλου. Πίστευαν πώς μπορούσαν να διαλέξουν ανάμεσα στον Παύλο, στον Απολλώ και στον Κηφά, όπως άλλοι διάλεγαν μια από τις σχολές (αιρέσεις) των περιοδευόντων φιλοσόφων, μένοντας κουφοί «εις τον λόγον τον του σταυρού», που εκήρυτταν όλοι οι Απόστολοι (1 Κορ. 1,17 εξ). Ή αμφισβητούσαν την ανάσταση των νεκρών, κενώνοντας έτσι το κήρυγμα και την πίστη από το ουσιαστικό τους περιεχόμενο: την ανάσταση του Χριστού (15,2. 11-16).

Αργότερα, ιουδαϊκές θεωρίες αναμείχτηκαν με ελληνιστικά στοιχεία και έθεσαν σε κίνδυνο την πίστη των Κολοσσαέων στο πρωτείο του Χριστού (Κολ. 2,8-15 βλ. Εφ. 4, 14-15), ξαναγυρνώντας τους στο καθεστώς των σκιών (Κολ. 2,17).

Προς το τέλος της αποστολικής εποχής, ο κίνδυνος προγνωστικιστικών θεωριών, δανεισμένων από τον αιρετικό ιουδαϊσμό ή από την ειδωλολατρία, έγινε πιο άμεσος (Α΄ Τιμ. 1,3-7. 19 εξ· 4,1-11· 6,3-5· Β΄ Τιμ. 2,14-26· 3,6-9· 4,3 εξ· Τίτ. 1,9-16· Ιούδα- Β΄ Πε 2· 3,3-7· απ’ 2,2. 6. 14 εξ. 20-25). Μερικοί «ψευδοπροφήται» (Α΄ Ιω 4,1) έφθασαν μάλιστα στο σημείο να αρνούνται ότι ο Ιησούς ήταν ο Υιός τού Θεού ο «εληλυθώς εν σαρκί» (2,22 εξ· 4,2 εξ· Β΄ Ιω. 7).

Τόσο στην Κόρινθο (Α΄ Κορ. 4,18 εξ), όσο και στις Κολοσσές (Κολ. 2,18) ή αλλού, (Α΄ Τιμ. 6,4· Β΄ Τιμ. 3,4), αυτές οι παρεκκλίσεις, που δημιουργούν έριδες και διαιρέσεις (Α΄ Τιμ. 6,3 εξ· Τίτ. 3,9· Ιούδα 19), έχουν την πηγή τους στην πεισματική αλαζονεία των ανθρώπων εκείνων, που αντί να υποτάσσονται στη διδασκαλία που κηρύσσεται ομόφωνα στην Εκκλησία (Ρωμ. 6,17· Α΄ Κορ. 15,11· Α΄ Τιμ. 6,3- Β΄ Πε. 2,21), την αλλοιώνουν θέλοντας να την ξεπεράσουν με θεωρίες δικής τους εμπνεύσεως (Β΄ Ιω. 9). Γι’ αυτό οι πιο επικίνδυνοι αποκόπηκαν με αφορισμό (Τίτ. 3,10· Α΄ Τιμ. 1,20· Ιούδα 23· Β΄ Ιω 10).

Αυτή η αυστηρότητα της Κ.Δ. απέναντι στους ψευδοδιδασκάλους δείχνει ανάγλυφη την αξία μιας πίστεως χωρίς ναυάγια (Α΄ Τιμ. 1,19· Β΄ Τιμ. 3,8) και μας συνδέει με την Εκκλησία, η οποία πάντοτε νικά την πλάνη που απειλεί «την παρακαταθήκην των υγιαινόντων λόγων» των Αποστόλων (Β΄ Τιμ. 1,13 εξ).

 

Σημειώσεις


1. Αίρεσις: οργανωμένη σχολή ή τάξη στο Ditt. Or., 176: οι… εφηβευκότες της Αμμωνίου αιρέσεως.

2. Νεεμ. 12/ιβ: 40: Οι δύο της 'αιρέσεως', ίσως … 'αινέσεως', όπως στα χωρία 31, 38· διαφορετικά = διαίρεση. Παράβαλλε Ψευδο-Πλάτωνος «Αξίοχος» (Ps. Plat. Αχ 367a,. . εντολή· IG, ΙΩ, 937, πρεσβεία.

3. Αμφιοβητείται υπό G. Holscher, Pauly-W., IX, 1936.

4. Για την ετυμολογία παράβαλλε W. Bacher, REJ, 38, 45 κ. εξ. Όσα ακολουθούν συμφωνούν κατ’ ουσίαν με τα ευρήματα του Κ. G. Kuhn. Παράβαλλε το έργο του Excursus I («Gi I jonim and Sifre minim») στο Sifre Numeri.

5. 'מיו' συνήθως δεν σημαίνει «αίρεση», αλλά «μέλος αιρέσεως» - 'αιρετικόν'. Παράβαλλε Ιγνατ. Τραλ., 6, 1.

6. Συμπεριλαμβάνονται οι Ιουδαίοι Χριστιανοί, αλλά όχι κατ’ αποκλειστικότητα (κατ’ αντίθεσιν προς τον Bacher). Παράβαλλε Str. –B., IV, 330.

7. Μνημονεύονται οι 'nosrim' καθώς και οι 'minim'. Εφόσον οι πρώτοι είναι Χριστιανοί, έπεται ότι οι τελευταίοι δεν είναι κατ’ ανάγκη Χριστιανοί.

8. Παράβαλλε A. Buchler, “Uber die Minim von Sephoris und Tiberias im 2. u. 3. Jhdt.”, Cohen Festschrift Judaica (1912), ειδικά 293 και εξής. Τα συμπεράσματα του Β. δε συμφωνούν πλήρως. Οι πολλές παραλληλίες που δείχνει μεταξύ των θεμάτων που συζητιούνται μεταξύ των Ραββίνων και των 'minim' και εκείνων που συζητούν στους Διαλόγους του Ιουστίνου υποδηλώνουν ότι οι 'minim' είναι ως επί το πλείστον Χριστιανοί και μάλιστα Εξ Εθνικών Χριστιανοί.

9. Str.B., III, 321 και εξής, 443.

10. Όταν διαβάζουμε στο Έδικτο του Μιλάνου (Εκκλ. Ιστ. Ευς., Χ, 5, 2): «κεκελεύκαμεν τοις… Χριστιανοίς της αιρέσεως και της θρησκείας της εαυτών την πίστιν φυλάττειν… η λέξη 'αίρεσις' έχει ακριβώς τόσο την έννοια της εκλογής όσο και της κοινωνίας, όπως δείχνουν τα συμφραζόμενα.

11. Παράβαλλε Μάρκος 13/ιγ: 5 και εξής και τα παράλληλα. Πράξεις 20/κ: 29 και εξής. Β΄ Πέτρου 2/β: 1. Α΄ Ιωάννου 2/β: 19.

12. Εδώ η διάκριση υπονοείται. Είναι σαφής στο Ειρην., IV, 26, 2 και στο 33, 7, συγκεκριμένα, μεταξύ haeretici et malae sentetiae κι εκείνων που qui scindunt et separant unitatem ecclesiae.

13. Παράβαλλε Ιουστ. Διάλ., 62, 3. Θεόφ. («Αυτόλ.»), ΙΙ, 4 (MPG, 6, 1082α). Κλ. Αλ. Στρωμ., Ι, 15, 69, 6. VI, 15, 123, 3 κλπ. Ιππ. Ε., Ι, 2, 1 κλπ. Ωριγ. Κατά Κέλσου, ΙΙΙ, 80, στο Ιωάνν. 2/β: 3, 30.

14. Μαρτ. Πολ. Επίλ., 1 και εξής. Διαθ. Σολ., 6, 4 Ρ. 8, 5. Ειρ., ΙΙ, 19, 8 (de schola eorum, qui sunt a Valentino et a reliquis haereticorum). Θεόφ. («Αυτόλ.»), ΙΙ, 14 (MPG, 6, 1076 γ). Ιππ. («Φιλοσοφούμενα»), 11. IV, 2, 3. Χ, 23, 1 κλπ. Κλ. Αλ. Στρωμ., Ι, 19, 95, 6 (αύται [δηλ. οι αιρέσεις] δε εισίν αι την εξ αρχής απολείπουσαι εκκλησίαν).

15. Παράβαλλε Pr. Bauer.

16. Ο ηγέτης μιας κοσμικής 'αιρέσεως', π. χ. μιας ιατρικής 'σχολής', ονομάζεται «αιρεσιάρχης» IG, XIV, 1759» Galen. 6, 372. Στη συνέχεια τον ίδιο τίτλο έλαβε ο πρωτοστάτης, ο ηγέτης μιας Χριστιανικής αίρεσης (με τη σημερινή έννοια του όρου). Hipp. ΕΙ., VI, 27, 1 κ. λπ. Το μέλος μιας αίρεσης ονομάζεται 'αιρετιστής' στα Jos. Bell., 2, 119» lambl. Protr. 21 κα. (με την κοσμική έννοια, έτσι ονομάζεται και ο ιδρυτής κάποιας φιλοσοφικής 'σχολής', Diog. L.,IX, 6) ή 'αιρεσιώτης', Just. Dial., 80, 3. Porphyr. Abst., IV, 11.

 

Δες το 2ο μέρος: Η "αίρεση" και οι "αιρετικοί" στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο

Δημιουργία αρχείου: 2-7-2008.

Τελευταία ενημέρωση: 7-7-2008.

ΕΠΑΝΩ