Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

 

Η ενότητα της Εκκλησίας, "εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω" κατά τους 3 πρώτους αιώνες

ΜΕΡΟΣ 1o

ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

Η ΣΧΕΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΕΓΟΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β: Ο «Προεστώς» της Ευχαριστίας ως ο «Επίσκοπος» της «Εκκλησίας του Θεού»


2. Η ανάδειξη  του «προεστώτος» της Ευχαριστίας σε «Επίσκοπο» της Εκκλησίας

Αλλά ποιες συγκεκριμένες διακρίσεις «τάξεως» βρίσκουμε στις ευχαριστιακές συνάξεις τών Αποστολικών χρόνων; Και πώς αυτές οδήγησαν από τη διάρθρωση της Ευχαριστίας, στη μόνιμη διάρθρωση της ενότητας της Εκκλησίας;

Οι πληροφορίες μας και πάλι είναι πολύ περιορισμένες, λόγω της φύσεως των πηγών. Η πραγματικότητα της Εκκλησίας της εποχής εκείνης, μας είναι γνωστή μόνο μέσω των Αποστόλων. Και αυτό μας εμποδίζει να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει εκεί που απουσιάζουν οι Απόστολοι. Γι’ αυτό ό,τι ανακαλύπτουμε, είναι μόνο το minimum της ιστορικής πραγματικότητας. Και αυτό το γεγονός, πρέπει να μας προφυλάσσει από «εκ της σιωπής» επιχειρήματα[1].

Από την περιγραφή της ευχαριστιακής συνάξεως στην Κόρινθο από τον Παύλο, πληροφορούμαστε το εξής: Ότι η Ευχαριστία ήταν υπόθεση όλων των μελών της Εκκλησίας[2]. Αλλά υπήρχαν στην Εκκλησία και αυτοί που αποδέχονταν και επιβεβαίωναν, λέγοντας «Αμήν» [3]. Από τη μία μεριά λοιπόν, υπήρχε στην Ευχαριστία η τάξη των προσφερόντων, ή ηγουμένων, και από την άλλη η τάξη αυτών που απαντούσαν μέσω του «Αμήν». Ποιοι ακριβώς ήταν οι ηγούμενοι αυτοί, και ποιοι οι αποκρινόμενοι, δεν μας το λέει η Α΄ προς Κορινθίους.

Μία γενιά περίπου αργότερα, στην Εκκλησία της Κορίνθου, μαθαίνουμε κάτι γι’ αυτό. Μαθαίνουμε ότι υπάρχουν δύο τάξεις που σαφώς διακρίνονται η μία από την άλλη: Ο κλήρος και ο λαός. Και μαθαίνουμε και το εξής βαρυσήμαντο: Ότι ακριβώς αυτή η υπόσταση των δύο αυτών τάξεων, στηριζόταν στη θέση που είχε η κάθε μία απ’ αυτές στην Ευχαριστία[4]. Η επιστολή Α΄ Κλήμεντος συνδέει Κόρινθο και Ρώμη. Και δεν πρέπει η ευχαριστιακή σύναξη της Ρώμης, να διέφερε από την ευχαριστιακή σύναξη της Κορίνθου, όπως φαίνεται από την επιστολή αυτή. Έτσι λοιπόν περί τα μέσα του 2ου αιώνος, περιγράφεται από τον Ιουστίνο το «Αμήν», για το οποίο μαρτυρεί η Α΄ Κορινθίους. Και το «Αμήν» τοποθετείται από τον Ιουστίνο στο στόμα του λαού[5]. Η κατάσταση της Κορίνθου κατά το 55 μ.Χ. λοιπόν, διαφωτίζεται από μεταγενέστερα κείμενα[6]. Και στο βαθμό αυτό που γνωρίζουμε από τα κείμενα αυτά, η διάκριση μεταξύ των ηγουμένων της Ευχαριστίας και αυτών που απαντούσαν το «Αμήν», ξεπήδησε από τη διάρθρωση της Ευχαριστίας. Και έτσι, εμφανίζεται σαφώς, λίγο μετά, (στην Α΄ Κλήμεντος), ως η θεμελιώδης κανονική διάκριση της ίδιας της Εκκλησίας, σε κλήρο και λαό.

Ειδικότερα τώρα, ως προς τους ηγουμένους της ευχαριστιακής συνάξεως. Και εδώ η αποστολική εποχή είναι και πάλι σκοτεινή, λόγω της σκιάς των αποστόλων[7]. Απ’ όσα μας πληροφορεί το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων, υποχρεούμαστε να δεχθούμε το εξής: Ότι οι Απόστολοι όσες φορές παρευρίσκοντο σε μία Ευχαριστιακή συγκέντρωση, ηγούνταν στην Ευχαριστία[8].

Το ίδιο φαίνεται ότι έκαναν και οι περιοδεύοντες προφήτες», αν κρίνουμε απ’ όσα μας πληροφορεί η Διδαχή[9]. Όποτε όμως οι Απόστολοι απουσίαζαν, (κάτι που ήταν και το συνηθέστερο), η ηγεσία της Ευχαριστίας, ανήκε φυσικά στους μόνιμους λειτουργούς. Εδώ πάλι εμφανίζεται σκοτεινό ιστορικό πρόβλημα, επειδή οι πληροφορίες που έχουμε είναι σποραδικές. Κάποια στιγμή οι Δώδεκα εξαφανίσθηκαν από τη σκηνή της ιστορίας με τρόπο πολύ σκοτεινό. Και τότε βρίσκουμε την ηγεσία της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων να είναι στα χέρια του Ιακώβου μαζί με τους πρεσβυτέρους[10]. Οι πρεσβύτεροι αυτοί ίσως υπήρχαν στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων πριν από την ανάληψη της ηγεσίας από τον Ιάκωβο[11]. Παράλληλα εμφανίζονται εκεί οι «διάκονοι»[12]. Ο θεσμός των διακόνων δεν ήταν άσχετος με τα κοινά τραπέζια, με τα οποία συνδεόταν τότε και η Ευχαριστία[13]. Έτσι, επί κεφαλής της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, υπήρχε η εξής τριάδα: «Ο Ιάκωβος – οι πρεσβύτεροι, οι διακονούντες[14]». Το σχήμα αυτό, αποτέλεσε πιθανόν τη διαδοχή του σχήματος: «Οι Δώδεκα (ή Απόστολοι) - οι πρεσβύτεροι, οι διακονούντες». Αυτό ίσως αποτέλεσε το πρότυπο της διοργάνωσης και των άλλων Εκκλησιών. Γιατί αυτές πήραν τον Χριστιανισμό από τη μητέρα Εκκλησία των Ιεροσολύμων[15].

Αυτή η τριάδα, υπήρξε η πρώτη λογική μορφή υπό την οποία εμφανίσθηκε στην ιστορία ο Επίσκοπος ως βαθμός ιδιαίτερος και πλήρης. Ο επίσκοπος ήταν γνωστός στην αρχή μόνο από το προσωπικό όνομα αυτού που κατείχε το λειτούργημα αυτό. Και όσες φορές δεν υπήρχε λόγος να ξεχωρισθεί απ’ αυτούς, υπονοείτο μέσα στον συλλογικό όρο: «οι πρεσβύτεροι». Αυτά μπορούμε σήμερα να τα γνωρίζουμε χάρη στην έρευνα του καθηγητή Γ. Κονιδάρη[16]. Συνεπώς, και στην Αποστολική Εποχή υπήρχε το λειτούργημα του Επισκόπου, αλλά επισκιαζόταν από τον θεσμό των Αποστόλων[17]. Και ήταν συνδεδεμένο με τους πρεσβυτέρους και διακόνους. Αυτό γινόταν με δύο τρόπους: Είτε μέσω του καθημερινού, συνηθέστερου όρου «οι πρεσβύτεροι», είτε μέσω του σπανιότερου αγιογραφικού όρου: «επίσκοποι και διάκονοι» [18].

Τα υπάρχοντα κείμενα δεν μας παρέχουν σαφείς μαρτυρίες, για το ποιος ακριβώς προσέφερε την Θεία Ευχαριστία. Παρ’ όλα αυτά, τα ίδια αυτά κείμενα δείχνουν ότι ο Επίσκοπος ήταν ο ηγούμενος της Ευχαριστίας, περιστοιχιζόμενος από τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Προσεκτική εξέταση των πηγών, οδηγεί στο εξής συμπέρασμα: Ότι η Θ. Ευχαριστία είναι δυνατόν να προσφερόταν κυρίως και κατ’ εξοχήν α) από τους Αποστόλους ή και από άλλους Χαρισματούχους, όπως οι Προφήτες, και β) Από τον Επίσκοπο, περιστοιχιζόμενο από τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους.

Κείμενα όπως οι Πράξεις των Αποστόλων, η Α΄ Κλήμεντος και η Διδαχή των Αποστόλων, δείχνουν προς την πρώτη κατεύθυνση. Στις Πράξεις (20/κ: 11), διαβάζουμε ότι ο Παύλος τέλεσε τη Θ. Ευχαριστία στην Τρωάδα, όταν συνέβη το ατύχημα της πτώσης του νεανία Ευτύχου από το «τρίστεγο». Εκεί οι Χριστιανοί είχαν συναχθεί «κλάσαι άρτον». Εξάλλου και η Α΄ Κλήμεντος μιλάει για «λειτουργία των αποστόλων» [19]. Ποια ήταν η φύση της λειτουργίας αυτής, στην οποία διαδέχθηκαν τους Αποστόλους οι αποβληθέντες πρεσβύτεροι της Κορίνθου; Ο όρος «λειτουργοί» χρησιμοποιείται με διαφόρους τρόπους από τον Κλήμεντα [20]. Εν τούτοις, χρησιμοποιούμενος εδώ για τους Αποστόλους, έχει την ειδική σημασία της προσφοράς των δώρων της Ευχαριστίας. Η λειτουργία των Αποστόλων, που είχε δοθεί στους αποβληθέντες «πρεσβυτέρους», ήταν η προσφορά των Δώρων. Γι’ αυτό και αποβολή τους απ’ αυτήν, θεωρήθηκε «αμαρτία ου μικρά» [21]. Οι Απόστολοι συνεπώς, είχαν μεταξύ άλλων και το δικαίωμα της προσφοράς της Θείας Ευχαριστίας, όσες φορές παρευρίσκονταν σε κάποια Εκκλησία. Είναι δυνατόν μάλιστα να υπήρχε σε κάθε Εκκλησία, ειδική θέση στην Τράπεζα της Θείας Ευχαριστίας. Αυτή θα χρησιμοποιείτο από τον Απόστολο, όσες φορές αυτός επισκεπτόταν την Εκκλησία. Και η θέση αυτή, κατόπιν, μετά την εξαφάνιση της αποστολικής γενιάς, θα γινόταν πλέον θέση αποκλειστικά του Επισκόπου. Όμως δεν θα γινόταν απλώς locus του Επισκόπου, αλλά θα ήταν και το πιο ζωντανό σύμβολο της διαδοχής του από τους Αποστόλους[22]. Και αυτή είναι μία πιθανότητα που δεν αναιρείται. Επ’ αυτού, ο C. Η. Turner[23], θεμελίωσε την εξής θεωρία: Ότι η Αποστολική Διαδοχή δεν εννοείτο στην αρχαία Εκκλησία, ως αναγωγή του Επισκόπου μιας τοπικής Εκκλησίας στους Αποστόλους γενικά. Αλλά ως αναγωγή ειδικά στον Απόστολο και στις αποστολικές καταβολές της τοπικής Εκκλησίας, στην οποία αυτός προϊστατο. Την αντίθετη άποψη υποστήριξαν ο Α. Ehrhardt και άλλοι ιστορικοί[24]. Κατ’ αυτούς, η διαδοχή θεωρείτο ως διαδοχή όλων των αποστόλων. Είτε όμως δεχθούμε την πρώτη άποψη, είτε τη δεύτερη, δεν αναιρείται το γεγονός που μας ενδιαφέρει εδώ, και που αναφέραμε προηγουμένως. Και στις δύο περιπτώσεις, η αποστολική διαδοχή πήγασε ως ιστορικό γεγονός της Θείας Ευχαριστίας. Και οι Επίσκοποι διαδέχθηκαν τους Αποστόλους στην προσφορά αυτής της Θείας Ευχαριστίας. Αυτό γίνεται εμφανές από τη μελέτη της Α΄ Κλήμεντος, όπου η έννοια της διαδοχής των Αποστόλων στρέφεται αποκλειστικά γύρω από τη λειτουργία της «προσφοράς των Δώρων». Παρόμοιο συμπέρασμα εξάγεται και από τη μελέτη της «Διδαχής». Σε αυτό το έργο, η Θ. Ευχαριστία εμφανίζεται ως λειτουργία και των προφητών[25]. Και αυτό επιτρέπει το συμπέρασμα, ότι και οι χαρισματούχοι γενικότερα, όσες φορές επισκέπτονταν κάποια τοπική Εκκλησία, μπορούσαν να προσφέρουν τη Θ. Ευχαριστία.

Παρ’ όλα αυτά όμως, δύο ιστορικές πραγματικότητες πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν, πριν εξαχθούν γενικότερα συμπεράσματα. Κατ’ αρχήν πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν το γεγονός, ότι πολλές τοπικές Εκκλησίες δεν είχαν ιδρυθεί απ’ ευθείας από τους Αποστόλους. Πολλές είχαν ιδρυθεί από ιεραποστόλους, που προέρχονταν από άλλες Εκκλησίες. Το  γεγονός αυτό όμως, δεν μεταβάλλει τα πράγματα, όσον αφορά την έννοια της Αποστολικής Διαδοχής. Επειδή δια της αναγωγής του Επισκόπου στις αποστολικές καταβολές της Εκκλησίας του, αυτός τελικά αναγόταν στον Απόστολο της Μητρικής Εκκλησίας, από την οποία η Εκκλησία του είχε λάβει τον Χριστιανισμό. Όσον αφορά όμως την ενότητα της τοπικής Εκκλησίας, και τη σχέση της με τον προσφέροντα την Ευχαριστία, όπως θα δούμε το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

Το δεύτερο ιστορικό  γεγονός, που πρέπει να ληφθεί εδώ υπ’ όψιν, είναι το εξής: Ότι και σ’ εκείνες ακόμα τις Εκκλησίες, που είχαν ιδρυθεί από κάποιον Απόστολο, δεν συνδέονταν με την τοπική Εκκλησία μόνιμα, όλοι οι χαρισματούχοι. Και ακόμα μάλιστα, (που είναι και σημαντικότερο), συνέβη το εξής: Οι Απόστολοι και οι χαρισματούχοι άρχισαν ενωρίς να εκλείπουν και ν’ αντικαθίστανται από μόνιμους Ποιμένες της τοπικής Εκκλησίας, σε όλες τις λειτουργίες τους[26]. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν αυτά τα δεδομένα, οι Απόστολοι και λοιποί χαρισματούχοι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παράγοντες συνδεδεμένοι μόνιμα με την προσφορά της Θ. Ευχαριστίας στην τοπική Εκκλησία. Και συνεπώς, δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανοί παράγοντες έκφρασης τής ενότητάς της. Τέτοιο έργο και χαρακτήρα είχαν οι μόνιμοι λειτουργοί της τοπικής Εκκλησίας. Και μάλιστα ο Επίσκοπος. 

Το έργο του Επισκόπου ήταν εξ αρχής κυρίως λειτουργικό, και συνίστατο στην προσφορά της Θ. Ευχαριστίας. Γι’ αυτό μαρτυρούν αρχαιότατα κείμενα. Η Αποκάλυψη (τέλη α΄ μ.Χ. αιώνος), λαμβάνει μια εικόνα από την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας στην Εκκλησία[27]. Έτσι, περιγράφει τον «θρόνον του Θεού και του Αρνίου» στην επουράνια σύναξη. Εάν λοιπόν συνδυάσουμε τις περί Επισκόπου πληροφορίες του Ιγνατίου με αυτή την εικόνα της Εκκλησιαστικής συνάξεως, που είχε υπ’ όψιν ο συγγραφέας της Αποκάλυψης, βλέπουμε το εξής: Ότι ο Επίσκοπος περιγράφεται ως «προκαθήμενος εις τόπον Θεού» [28]. Και αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή κατείχε στην ευχαριστιακή σύναξη, που η Αποκάλυψη περιγράφει ως «θρόνο του Θεού και του Αρνίου». Ο ίδιος ο τίτλος «επίσκοπος», χρησιμοποιήθηκε από τον Ιγνάτιο, πιθανότατα για τον ίδιο λόγο. Επειδή σύμφωνα με την όλη θεολογία του, ο κατ’ εξοχήν Επίσκοπος ήταν ο Θεός. Και ο προεστώς της Ευχαριστιακής συνάξεως επίσκοπος, κατείχε αυτή τη θέση στην Ευχαριστιακή Σύναξη[29]. Τα πάντα στο όραμα της Αποκάλυψης στρέφονται γύρω από το θυσιαστήριο. Το δε θυσιαστήριο, βρίσκεται ενώπιον του θρόνου του Θεού. Μπροστά στο θυσιαστήριο στέκεται το πλήθος των σεσωσμένων, και γύρω του θρόνου κυκλικά οι 24 Πρεσβύτεροι. Η μεταφορά είναι προφανώς παρμένη από την ευχαριστιακή σύναξη. Σε αυτή ο Επίσκοπος καθόταν στο θρόνο του πριν από το θυσιαστήριο, έχοντας γύρω του κυκλικά τους Πρεσβυτέρους[30] και μπροστά του τον λαό[31]. Αυτή ήταν απ’ την αρχή η θέση που είχε ο Επίσκοπος, ως ο προσφέρων τη Θεία Ευχαριστία. Και γι’ αυτό η Εκκλησία τον έβλεπε ως εικόνα και τύπο του Θεού ή του Χριστού[32]. Ως βάση της έντονης αυτής συνείδησης της Εκκλησίας, βρισκόταν η αντίληψη περί της Θείας Ευχαριστίας ως Σώματος Χριστού. Και αυτό ίσχυε τόσο Χριστολογικά, όσο και Εκκλησιολογικά[33].  Στη Θεία Ευχαριστία η Εκκλησία εμφανιζόταν σε τόπο και χρόνο ως το σώμα του Χριστού, αλλά και ως κανονική ενότητα. Η ενότητα «εν τη Θεία Ευχαριστία», καθίστατο κατ’ αυτόν τον τρόπο η πηγή της ενότητας της Εκκλησίας «εν τω σώματι του Χριστού», αλλά και της ενότητας «εν τω Επισκόπω»[34]. Το πώς θεμελιώθηκε και διαμορφώθηκε η ενότητα της Καθολικής Εκκλησίας, πάνω στη βάση αυτού του γεγονότος, θα αποτελέσει το αντικείμενο της έρευνάς μας στα επόμενα κεφάλαια.

* * *

Συνοψίζοντας τα συμπεράσματα του πρώτου μέρους αυτής της εργασίας, κάνουμε τις εξής παρατηρήσεις: Ότι απ’ αρχής η Θ. Ευχαριστία ταυτίστηκε με την Εκκλησία του Θεού. Μέσω αυτής της σύνδεσης, με τη συνείδηση ότι «εν τω Χριστώ» ενώνονται «οι πολλοί» σε Ένα, η Ευχαριστία εμφανίσθηκε ως η ύψιστη έκφραση της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού. Γι’ αυτό και στα αρχαιότερα ιστορικά μνημεία, τις επιστολές του Παύλου, η Ευχαριστιακή Σύναξη ταυτίζεται απερίφραστα με την Εκκλησία του Θεού, που ήταν σε ορισμένη πόλη. Από την ταύτιση της Ευχαριστιακής Σύναξης με την «Εκκλησία του Θεού», προήλθε αυτόματα και η σύμπτωση της ευχαριστιακής ενότητας με τη βασική κανονική ενότητα της Εκκλησίας. Η διάκριση αυτών που μετείχαν στην Ευχαριστία, σε ηγουμένους και σε αυτούς που αποκρίνονταν με το «αμήν», εκδηλώθηκε ήδη κατά τον πρώτο αιώνα (Α΄ Κορινθίους και Α΄ Κλήμεντος). Και αυτή ήταν μια σαφής και μόνιμη πλέον κανονική διάκριση των μελών της Εκκλησίας σε κλήρο και λαό. Κατά τον ίδιο χρόνο και ο «προεστώς» της Ευχαριστιακής Συνάξεως, ως κατέχων «τον θρόνον του Θεού» στο Θυσιαστήριο, αναδείχθηκε στη συνείδηση της Εκκλησίας σε καθήμενο εις «τόπον Θεού». Μέσω αυτού του τρόπου, η ενότητα της Εκκλησίας «εν τη Ευχαριστία», καθίστατο αυτομάτως και ενότητα «εν τω Επισκόπω».

Πάνω στις γενικές αυτές προϋποθέσεις των τριών περίπου πρώτων γενεών του Χριστιανισμού, στηρίχθηκε η περαιτέρω διαμόρφωση της ενότητας της Εκκλησίας «εν τη Θ. Ευχαριστία και τω Επισκόπω».

 

41 Πολλοί από τους Προτεστάντες ιστορικούς, στηρίζουν τις γνώμες τους περί του πολιτεύματος της αρχικής Εκκλησίας, αποκλειστικά σε αυτά. Στα «εκ της σιωπής επιχειρήματα». Έτσι κάνει π.χ. ο Ε. SCHWEIZER, Gemeinde und Gremeindenordnung in Neuen Testament, 1959, 5b. 5m και αλλού.

42 Προφανώς συμμετείχαν όλοι τους, μέσω ύμνων, γλωσσολαλιάς, κλπ.

43 Α' Κορινθίους 14/ιδ: 16.

44 Α'  Κλήμεντος 40,3 - 41,4: «τω γαρ αρχιερεί ίδιαι λειτουργίαι δεδομέναι εισίν, και τοις ιερεύσιν ίδιος ο τόπος προστέτακται, και λευίταις ίδιαι διακονίαι επίκεινται. Ο λαϊκός άνθρωπος τοις λαϊκοίς προστάγμασιν δέδεται. Έκαστος ημών, αδελφοί, εν τω ιδίω τάγματι ευαρεστείτω Θεώ εν αγαθή συνειδήσει υπάρχων, μη παρεκβαίνων τον ωρισμένον τοις λειτουργίας αυτού κανόνα...». (Μετάφραση: «επειδή είναι ειδικές λειτουργίες δοσμένες στον αρχιερέα, και στους ιερείς ειδικός τόπος έχει προσταχθεί, και υπάρχουν ειδικές διακονίες για τους λευίτες. Ο λαϊκός άνθρωπος δεσμεύεται στα λαϊκά προστάγματα. Ο καθένας μας, αδελφοί, στη δική του τάξη ας ευαρεστεί τον Θεό, έχοντας αγαθή συνείδηση, χωρίς να ξεφεύγει από τον ορισμένοι κανόνα της λειτουργίας του…».

45 Ιουστίνου Α΄ Απολ. 65. Πρβλ. P. P. ROUGET, Amen. Acclamation du peuple sacerdotal, 1947.

46 Η Ρωμαϊκή εκκλησία διακρινόταν για την αυστηρή συντηρητικότητά της κατά τους πρώτους αιώνες. Έχοντας αυτό υπ’ όψιν, το συμπέρασμά μας, δεν αποτελεί αυθαιρεσία, από άποψη ιστορικής μεθόδου. Έτσι, δικαιούμαστε να πιστεύουμε ότι δεν άλλαξε ουσιαστικά η κατάσταση ως προς την Ευχαριστιακή Σύναξη, στο χρονικό διάστημα που καλύπτουν αυτά τα κείμενα. Η Α΄ Κλήμεντος αποτελεί κρίκο μεταξύ της Κορίνθου (για την οποία μας πληροφορεί ο Παύλος), και της Ρώμης που γνωρίζει ο Ιουστίνος. Γι’ αυτό το λόγο η Α΄ Κλήμεντος αποτελεί βέβαιο συμπληρωματικό στοιχείο.

47 Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί της φερομένης διαφοράς, σ. 70 (υποσημ.): «Οι την θέσιν τών Αποστόλων αναλαβόντες προεστώτες — πρεσβύτεροι — επίσκοποι εν αρχή πιθανώς δεν ετόλμων να προβάλωσιν εντονώτερον τα ίδιον όνομα. Έζων υπό την σκιάν του ονόματος των Αποστόλων και της αυθεντίας αυτών».

48 Βλέπε Πράξεις 20/κ: 7-12, όπου ο Παύλος προϊσταται αυτής της συνάξεως. Και ο σκοπός της συνάξεως ήταν «κλάσαι άρτον».

49 Διδαχή 10, 7: «τοις δε προφήταις επιτρέπετε ευχαριστείν όσα θέλουσι». Πιθανώς και στις Πράξεις 13/ιγ: 2, να υπονοείται λειτουργικό έργο των χαρισματούχων αυτών. Εκεί λέει: «λειτουργούντων δε αυτών (=των προφητών και διδασκάλων) τω Κυρίω». Έτσι πιστεύει ο J. COLSON, (μν. έργ, σ. 31).

50 Πράξεις 21/κα: 18.

51 Αυτό προκύπτει, από το ότι εμφανίζονται ήδη οι πρεσβύτεροι μαζί με τους Αποστόλους στην Αποστολική Σύνοδο (Πράξεις 15/ιε: 2,4,6,22: «απόστολοι και πρεσβύτεροι»). Η προέλευση των πρεσβυτέρων συνιστά σκοτεινό ιστορικό πρόβλημα. Πάνω σε αυτό, δες τις θεωρίες των G. DIX, «Ministry in the Early Church», στο The Apostolic Ministry, (ed. Kirk), 1946, σ. 233 και εξής. A. M. FARRER, στο ίδιο, σ. 143 και εξής. BORNKAMM, στο T.W.N.T., VI, σ. 655 και εξής. Και W. MICHAELIS, Das Altestenamt, 1953, σ. 35-39. Πιθανότερη φαίνεται η γνώμη του G. DIX. Κατ’ αυτόν οι πρεσβύτεροι ανάγονται στην Ιουδαϊκή παράδοση.

52 Πράξεις 6/στ: 2 και εξής. Φιλιππισίους 1/α: 1 και Α΄ Τιμόθεον 3/γ: 1 και εξής. Σε αντίθεση με τους πρεσβυτέρους, η προέλευσή τους πρέπει να αναζητηθεί στις εξ Εθνών Εκκλησίες. (Αυτό πιστεύει ο ν. CAMPENHAUSEN, Kirchliches Amt und geistliche VoIImacht,1953, σ. 84. Σε αυτό διαφωνεί ο G. DIX «Ministry», όπου και πιο πάνω, σ. 232 και εξής).

53 Για τη στενή σχέση των διακόνων με την Ευχαριστία, δες G. DIX «Ministry», όπου και πιο πάνω, σ. 245 και εξής. Είναι αξιοσημείωτο, ότι παρόμοια στενή σχέση υπήρχε μεταξύ διακόνων και επισκόπων. Αυτή η σχέση προήλθε πιθανόν από την αρχική θέση των διακόνων, ως βοηθών τα ων Αποστόλων. (Δες Πράξεις 19/ιθ: 22, 13/ιγ: 5. Ρωμαίους 16/ιστ: 21. Β΄ Κορινθίους 8/η: 23 και Φιλιππισίους 2/β: 25).  Προήλθε πιθανόν και από την ιδιότητα των Επισκόπων ως διαδόχων των Αποστόλων, και ειδικότερα στη Θεία Ευχαριστία. Παράβαλλε και πιο κάτω.

54 Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί της φερομένης διαφοράς, σ. 26.

55 Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί της φερομένης διαφοράς, σ. 42 και εξής.

56 Μέσω του μνημειώδους έργου του: Περί της φερομένης διαφοράς, κλπ.

57 Ο Μ. KAISER, (μν. έργ., σ. 174), σωστά τονίζει, ότι η απουσία του Επισκόπου από την Καινή Διαθήκη, έχει σχέση με την παρουσία και επιβολή των Αποστόλων σ’ αυτήν. Πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι η απουσία αυτή αφορούσε μόνο τον τίτλο τους, και όχι τον ίδιο τον θεσμό τους. (Παράβαλλε Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί της φερομένης διαφοράς σ. 13). Η παρουσία των Αποστόλων επέφερε την αφάνεια του Επισκόπου στις πηγές, αλλά όχι στην πράξη.

58 Παράβαλλε Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί του τοπικού και χρονικού περιορισμού εν τη χρήσει του όρου «Επίσκοποι και Διάκονοι» 1960.

59 Α΄ Κλήμεντος 44, 1-3.

60 Αλλού μιλάει περί των Ενώχ και Νώε ως «λειτουργούντων» (9, 24). Ομοίως περί των αγγέλων (34, 5), και περί των Προφητών της Π.Δ. ως λειτουργών της Χάριτος του Θεού (8, 1).

61 Α΄ Κλήμεντος 44, 4.

62 Παράβαλλε Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, «Διαδοχή Αποστόλων», στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, IV, 1964, στ. 1116.

63 «Apostolic Succession: A. The original conception, B. The problem of non - catholic Orders», στο Essays on the Early History of the Church and the Ministry, H. B. SWETE (ed.), 1918, σ. 93-214.

64 Δες A. EHRHARDT, The Apostolic Succession in the first two centuries of the Church, 1953, και F. DVORNIK, The Idea of Apostolicity in Byzantium and the Legend of  Saint Andrew 1958, σελ. 39, και εξής.

65 Διδαχή 10, 7.

66 Η μεταφορά αυτή των εξουσιών, μαρτυρείται από την Α΄ Κλήμεντος και τη Διδαχή.

67 Αποκάλυψη 4ο – 5ο κεφάλαιο. Συνδέοντας εδώ την Αποκάλυψη με τη Θ. Ευχαριστία, δεν προβαίνουμε σε αυθαίρετη χρήση ενός αποκαλυπτικού κειμένου ως ιστορική πηγή. Η Αποκάλυψη δεν  γράφτηκε άσχετα με τη σύγχρονη τότε εκκλησιαστική ζωή. Ούτε άσχετα με τη Θ. Ευχαριστία. Στη νεότερη επιστήμη, είναι διάχυτη η τάση να θεωρούνται και οι ύμνοι της Αποκαλύψεως, ως ύμνοι της Θ. Ευχαριστίας (4/δ: 11. 5/ε: 9-14 και 17 και εξής). Δες π.χ. F. J. DOELGER, Sol Salutis. Gebet und Gesang im Christlichen Altertum. Rucksicht auf die Ostung im Gebet und Liturgie, 1925, σ. 127 και C. RUCH, “La Messe d' apres la sainte Ecriture”, στο D.T.C., X, 858.

68 Ιγνατίου Μαγνησιείς. 6, 1.

69 Παράβαλλε W. TELFER, The Office of a Bishop, 1962, σ, 93.

70 Με τον όρο «πρεσβύτερος» στην Αποκάλυψη, δεν νοούνται άγγελοι, αλλά άνθρωποι. Γι’ αυτό δες Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΗ: «Η Αποκάλυψις» σελ. 119 και εξής. Ομοίως και σελ. 122. Επίσης δεν πρόκειται εδώ γενικά περί ανθρώπων ή περί των πιστών συνολικά. Πρόκειται για συγκεκριμένη τάξη. Και αυτό το μαρτυρεί η σαφής διάκριση των «πρεσβυτέρων» από τους «αγίους» στο 5/ε: 8. Οι «άγιοι» είναι όλα τα μέλη της Εκκλησίας, αδιακρίτως τάξεως. Έτσι, δεν συντρέχει κανένας λόγος, να απορριφθεί η ερμηνεία, ότι εδώ πρόκειται για τον θεσμό των Πρεσβυτέρων, και μάλιστα στη θέση τους στην Ευχαριστιακή Σύναξη. Επ’ αυτού ο καθηγητής Π. Μπρατσιώτης παρατηρεί το εξής (στο ανωτέρω βιβλίο του σελ. 122): «η επουράνιος αυτή λειτουργία (της Αποκαλύψεως) είναι τύπος της επιγείου κατά την Ορθόδοξον αντίληψιν». Και η φράση του Ιγνατίου: «ο Επίσκοπος άμα τω Πρεσβυτερίω», πιθανότατα έλκει την προέλευσή της από την τέλεση της Θ. Ευχαριστίας. (Σμυρναίους 8,1 και Εφεσίου 20,2). Αυτήν είχε κατά νου ο Ιγνάτιος. Και υπέρ της υπόθεσης αυτής, συνηγορεί και το εξής γεγονός: Ότι η φράση αυτή εμφανίζεται αμέσως μετά την αναφορά που κάνει ο Ιγνάτιος για την Ευχαριστία. Και ακόμα, αναφέρεται μέσα στη γενικότερη προσπάθεια που κάνει, να τονίσει την ενότητα της Ευχαριστίας.

71 Αυτή η ίδια διάταξη της Θ. Ευχαριστίας προϋποτίθεται κατά τον ίδιο τρόπο σε κείμενα, όπως του Ιουστίνου Α΄ Απολ. 65 και 67, και Ιππολ. Απ. Παρ. (DIX, 6 και 40 εξ.) κ.ά.

72 Η αντίληψη του Ιωάννη περί Θ. Ευχαριστίας, ήταν ακριβώς Θεοκεντρική: «Ο Πατήρ μου δίδωσιν υμίν τον άρτον εκ του ουρανού τον αληθινόν» (Ιωαν. 6, 32). Γι’ αυτό και αυτός που κατείχε τον θρόνο του Θυσιαστηρίου Επίσκοπος, θεωρείτο ως ζωντανή εικόνα του Θεού ή τους Χριστού. (Ιγν. Τραλ. 3, 1 και Μαγν. 3, 1). «Όστις δεν υπακούει εις τον Επίσκοπον τον βλεπόμενον», «τον αόρατον παραλογίζεται», δηλαδή τον Θεόν (Μαγν. 3, 2). Παράβαλλε κατά τον ίδιο τρόπο την σύνδεση «ενότητας Θεού» και ενότητας εν «τη επισκοπή», την οποία κάνει ο Ιγνάτιος στην επιστολή προς Πολύκαρπο 8, 3. Η αντίληψη ότι ο Επίσκοπος είναι «εικών Χριστού», διατηρήθηκε για πολύ καιρό. (Δες Ψευδοκλημέντιες Ομιλίες, 3, 62 – Συρία, 4ος αιώνας).

73 Δες πιο πάνω στην Εισαγωγή.

74 Ιγνατίου Μαγνησιείς 6: «ενώθητε τω Επισκόπω». Είναι άξιο ιδιαίτερης σημείωσης, ότι «δεν διστάζει ο Ιγνάτιος να χαρακτηρίσει την ένωση μετά του Χριστού ως ένωσιν μετά του Επισκόπου». Κ. ΜΠΟΝΗ, «Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και αι περί Εκκλησίας αντιλήψεις αυτού». Στο: Ορθόδοξος Σκέψις, 1 (1958) 39.

 

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

Διαμόρφωση σελίδας: 16-7-2007.

Τελευταία ενημέρωση: 12-12-2007.

Πάνω